Ela na paiksoume

Koumpouriana

04 - 03 - 2024
Καταφύλλι
Σύλλογοι
Είσοδος μελών
Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 225 guests και κανένα μέλος

Παραπομπές
Ενημέρωση - ψυχαγωγία

Ela na paiksoume

Από τα «ΞΕ-ΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» του Γιώργου Σταμούλη
001 Giorgos Stamoulis Σε πολλές εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη όπου έχει επέμβει ο Ο.Η.Ε. για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες δημιουργήθηκε η λεγόμενη πράσινη γραμμή. Σ’ αυτήν υπηρετούν στρατιώτες από όλες τις χώρες του κόσμου ξοδεύοντας δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Και όλα αυτά γιατί δεν έχουν… Αχελώο, ή τουλάχιστον ένα ποτάμι σαν τον Αχελώο. Από την αρχαιότητα, που λατρευόταν ως θεός, μέχρι και σήμερα επιτελεί άριστα το έργο του ειρηνοποιού. Ξεχωρίζει τους γείτονες με τέτοιο αποτελεσματικό τρόπο, ώστε δεν έχουν ποτέ διαφορές μεταξύ τους. Και όσες φορές τόλμησαν κάποιοι να αμφισβητήσουν την ιδιότητά του αυτή, το μετάνιωσαν πολύ γρήγορα, όταν τον είδαν αγριεμένο και φουσκωμένο από την μια άκρη στην άλλη να παρασέρνει στο ανελέητο ορμητικό
διάβα του ό,τι έβρισκε μπροστά του.

 Τη γνώση αυτή την κατέχουν άριστα όλα τα χωριά που έχουν την τύχη να έχουν τον Αχελώο ως εγγυητή των ορίων τους με τους γείτονες. Το Καταφύλλι, για παράδειγμα, ποτέ δεν είχε προβλήματα με τους Μεσοπυργιώτες, ενώ με τους Βραγκιανίτες πάντα υπήρχαν συνοριακές διαφορές, που κανένας δεν κατάφερε να επιλύσει. Και όσοι κατά καιρούς πίστεψαν ότι με δικαστικές αποφάσεις θα έλυναν το πρόβλημα, απογοητεύτηκαν πολύ γρήγορα, γιατί στα χαρτιά τα σύνορα ορίζονται με ονομασίες περιοχών, αλλά η ταυτοποίησή τους απαιτεί νέο δικαστήριο, με μάρτυρες που ο καθένας βεβαιώνει την ονομασία σε τοποθεσία που να είναι σύμφωνη με τις διατροφικές προτιμήσεις των ζώων του. Ούτως εχόντων των πραγμάτων οι πατεράδες ως θεματοφύλακες της ακεραιότητας της πατρώας γης άφηναν ευχή και κατάρα στα παιδιά τους να μην προδώσουν τους αγώνες των προγόνων τους. Βέβαια, το πολεμικό αυτό κλίμα δεν εμπόδιζε τους κατοίκους των δυο χωριών να συνυπάρχουν σε πανηγύρια, γιορτές ή ακόμα και να παντρεύονται μεταξύ τους. Σε περιπτώσεις, δε, αντιμετώπισης κοινού κινδύνου οι κεφαλές των χωριών φρόντιζαν να συνασπίζονται, ώστε με κοινούς αγώνες να φέρουν και αίσιο αποτέλεσμα. Ποτέ όμως δεν ξεχνούσαν το ποιοι είναι αυτοί και ποιοι οι άλλοι.

 Ο πιο συχνός κοινός κίνδυνος ήταν η εμφάνιση λύκου, ο οποίος ερχόμενος από μακρινές περιοχές ούτε τις δικαστικές αποφάσεις για τα σύνορα γνώριζε ούτε έτρεφε ιδιαίτερες συμπάθειες στους βοσκούς και τα πρόβατα του ενός χωριού. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ΄΄30 ένας τέτοιος λύκος πήγε να δημιουργήσει εντελώς απρόσμενα γεγονότα. Έκανε αισθητή την παρουσία του μια αυγουστιάτικη νύχτα «κόβοντας» δεκαπέντε βραγκιανίτικα πρόβατα κοντά στα Κανάλια. Το πρωί η είδηση μεταφέρθηκε σε όλους τους βοσκούς της ευρύτερης περιοχής - Καταφυλλιώτες, Βραγκιανίτες, Αργυράτες, Γρυμπιανίτες - που έτρεξαν με ντουφέκια να ζώσουν όλη τη Μιρμιτζάλα, από την Κακούδω μέχρι το Διάσελο. Εννοείται ότι όλη αυτή η περιοχή ήταν γεμάτη και από τσοπανόσκυλα, που φύλαγαν τα κοπάδια όσο μπορούσαν καλύτερα.

 Αυτή τη μέρα διάλεξε ο Δημητρός να πάει από το Καταφύλλι στα Βραγκιανά χωρίς να γνωρίζει τίποτα ούτε για το λύκο ούτε για την εμπόλεμη κατάσταση που δημιουργήθηκε από τους πενήντα περίπου οπλισμένους τσοπάνους. Δεν έμαθε κάτι και γιατί ο ίδιος πρόβατα δεν είχε, παρά μόνο τρεις γίδες κι αυτές θεονήστικες αλλά και γιατί το καλύβι του ήταν αρκετά απομονωμένο, ώστε όταν «κηρύχτηκε η επιστράτευση» αυτός χαμπάρι δεν πήρε. Έμενε μόνος του με τη γριά μάνα του, τη Χρήσταινα, βραγκιανίτισσα στην καταγωγή, που είχε έναν αδελφό, το Σωτήρη, πολύ μικρότερό της αλλά προκομμένο με εκατό περίπου πρόβατα εκτός από τις γίδες και την αγελάδα. Αυτόν ήθελε να επισκεφτεί ο Δημητρός, προσδοκώντας εκτός από το πολύ και καλό φαγητό, που θα ’τρωγε όσες μέρες θα παρίστανε τον μουσαφίρη, να γεμίσει επιστρέφοντας και τον ντορβά του με τυρί και ό,τι άλλο φαγώσιμο θα του έβαζε η θειά του, δηλαδή η γυναίκα του Σωτήρη. Είχε, βέβαια, και μια ενδόμυχη σκέψη, μήπως οι συγγενείς του στα Βραγκιανά του έβρισκαν και καμιά γυναίκα, μιας και κόντευε τα τριάντα και προξενιό ακόμα δεν είδε. Και ενώ όλοι του έδιναν ευχές, όπως «και του χρόνου με μια καλή γυναίκα», τα χρόνια περνούσαν και όχι μόνο «καλή γυναίκα» δεν έβλεπε, αλλά δεν έβλεπε καν γυναίκα, ούτε καλή ούτε κακή. Ήταν τέτοια η φτώχεια του, που και παράωρη κοπέλα να είχε κάποιος, στον Δημητρό δεν την έδινε. Πόσο μάλλον που όλοι έβλεπαν ότι με τη δουλειά δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Είκοσι γίδες του άφησε ο πατέρας του όταν πέθανε, κι αυτός κατάφερε να τις κάνει τρεις, έτοιμες κι αυτές να ψοφήσουν όπως και οι δεκαεφτά. Στις ερωτήσεις των χωριανών γιατί συμβαίνει αυτό, απάντηση δεν μπορούσε να δώσει και αυτοί χαμογελώντας του πρότειναν να ρωτήσει τον μπάρμπα του, τον Σωτήρη. Ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο καμάρωνε ο Δημητρός, ότι καταγόταν η μάνα του από καλό και προκομένο σόι. Κάθε φορά που πήγαινε στα Βραγκιανά επέστρεφε με γεμάτο τον ντορβά, ενώ αν ήταν καλοκαίρι κράταγε και σακί γεμάτο ζαρζαβατικά, όπως φασόλια, κολοκύθια, ντομάτες. Το γεγονός ότι δεν έτρεφε τα ίδια συναισθήματα και ο Σωτήρης για τον Δημητρό, δεν είχε και τόση σημασία.

 Φόρεσε τα καλύτερα ρούχα του - αυτά που είχαν λιγότερα μπαλώματα - και τα πασουμάκια του - τα κράταγε για τις επίσημες μέρες, τις άλλες περπατούσε ξυπόλητος - και πήρε το δρόμο για τα Βραγκιανά περνώντας από τη Σκάλα, Πλισίβου κ.λπ. Λίγο πάνω από το καλύβι του συναντά τον Κωνσταντάκη, χαιρετιούνται και του λέει για πού το ΄βαλε.

  • Και γιατί να κάμ’ς τόσου δρόμου; τον ρωτάει ο Κωνσταντάκης.
  • Κι από πού να πάου;
  • Ίσια πάν’ απ’ τα’ράχη.
  • Θα μι φάν’ τα σκ’λιά τ’ Κλιάφα, λέει ο Δημητρός και δεν είχε άδικο στην επισήμανσή του, αφού όλοι γνώριζαν ότι τα τσοπανόσκυλα στην περιοχή που όριζαν δεν άφηναν να περάσει κουνούπι.
  • Θα σ’που ιγώ ένα τρουπάρι και ισύ θα του πεις και δεν πρόκειτι να σε πράξ’ κανένα σκ’λί, βεβαιώνει ο Κωνσταντάκης. Θα γλυτώσ’ς πουλύ δρόμου.
  • Θα μι σώσ’ς, Κωνσταντάκη μου, θα μι σώσ’ς και δεν αντέχου ο έρμους.
  • Ακουρμάσ’ καλά για να του μάθ’ς . Άμα δεις να ριχτεί το σκ’λί κατά πάν’σ’, κάτσει κάτ, κάνε του Σταυρό σ’ και να λες συνέχεια:

 «Όταν γεννήθηκε ο Χριστός τα σκ’λιά δεν έτρωγαν

 Κι αν έτρωγαν, δεν γάβγιζαν

 Κι αν γάβγιζαν, δεν έτρωγαν».

  • Θα του λες πουλλές φορές, κι θα ιδείς τα σκ’λιά όσα κι νάναι θα φύβγουν.

 Ο Δημητρός με όλη αυτή τη γνώση ένοιωσε πανευτυχής, μιας και θα γλύτωνε το διπλάσιο δρόμο. Το αυτοσχέδιο τροπάρι, βέβαια, του Κωνσταντάκη δεν αντιμετώπιζε τα όπλα, όσο για τα σκυλιά έπρεπε να εφαρμοστεί για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητά του. Όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες τις επιστημονικές εφευρέσεις. Πρώτα η θεωρία και μετά η εφαρμογή. Ο Κωνσταντάκης ήταν άσσος στις θεωρίες, την εφαρμογή τους όμως την ανέθετε σε άλλους, ώστε σε πιθανό ατύχημα να μην χάσει και η επιστήμη τον μεγάλο υπηρέτη της. Και μη νομίσει κανείς ότι ο Δημητρός ήταν αφελής, απλά ήταν πολύ πειστικός ο Κωνσταντάκης. Εξάλλου κανείς δεν έπαθε τίποτα συμβουλεύοντας άλλους. Αν τώρα οι άλλοι πείθονται εύκολα, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα, και σίγουρα το κάνουν, γιατί ταυτίζουν την επιθυμία τους με την πραγματικότητα.

 Περνώντας ο Δημητρός το Λιάσκοβο έγινε πανδαιμόνιο. Πρώτα τον αντιλήφθηκαν τα τσοπανόσκυλα του Κλιάφα, που έτρεξαν να τον κατασπαράξουν και τον Δημητρό να βάζει σε εφαρμογή τις συμβουλές του Κωνσταντάκη. Γονάτισε, έκανε τον σταυρό του και έλεγε το τροπάρι.

 «Όταν γεννήθηκε ο Χριστός τα σκ’λιά δεν έτρωγαν

 Κι αν έτρωγαν, δεν γάβγιζαν

 Κι αν γάβγιζαν, δεν έτρωγαν».

 Οι βοσκοί που ήταν ακροβολισμένοι στο βουνό ακούγοντας τα σκυλιά νόμισαν ότι ήρθε ο λύκος, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να πυροβολούν. Όσοι έβλεπαν τα σκυλιά να τρέχουν πυροβολούσαν προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ οι άλλοι στον αέρα, ώστε να δημιουργήσουν πανικό στο λύκο και να τον αναγκάσουν να βγει σε πέρασμα που θα μπορούσαν να τον σημαδέψουν και να τον σκοτώσουν. Σείστηκε η Μιρμιτζάλα από τις τουφεκιές, που ο αντίλαλος τις πολλαπλασίαζε τόσο, σαν να είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος νωρίτερα. Ο Δημητρός, που δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη, και λίγο πριν φτάσουν τα σκυλιά πάνω από το κεφάλι του, έπεσε λιπόθυμος από το φόβο του, ενώ είχε προλάβει να πει το τροπάρι δυο φορές. Και δεν θα είχε μείνει τίποτε από τον Δημητρό, αν δεν έτρεχε προς το μέρος του ο Λάμπρος - το αφεντικό των σκυλιών - φωνάζοντάς τους όσο μπορούσε πιο δυνατά να σταματήσουν. Ευτυχώς για τον Δημητρό τα σκυλιά μπορεί να μην γνώριζαν από τροπάρια, ήταν υπάκουα όμως στο αφεντικό τους, που βρισκόταν κοντά στο σημείο που πρόβαλε ο Δημητρός και τον αναγνώρισε. Όταν έπαψαν να γαβγίζουν τα σκυλιά, έπαψαν να πέφτουν και οι τουφεκιές. Όταν όμως συνήλθε ο Δημητρός παρά λίγο να λιποθυμήσει ξανά από το ξύλο που άρχισε να του ρίχνει ο Λάμπρος για την έμπνευση που είχε να εφαρμόσει τις συμβουλές του Κωνσταντάκη. Μετά από όσα είχαν συμβεί και κυρίως από όσα λίγο έλειψε να συμβούν, η επίσκεψη στα Βραγκιανά ματαιώθηκε και μαζί της και οι προσδοκίες του Δημητρού. Επιστρέφοντας στο καλύβι έπεσε ξερός στο τσόλινο στρώμα του τόσο απελπισμένος και φοβισμένος όσο τα νιάτα του δεν τον άφησαν ποτέ ως τότε να νιώσει. Σε διάστημα λίγων ωρών βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αναπόφευκτο θάνατο. Από τη μια τα σκυλιά και τα τουφέκια και από την άλλη η πείνα. Από τα πρώτα γλύτωσε όχι όμως και από τη δεύτερη, αφού όλοι οι δρόμοι που οδηγούσαν στα Βραγκιανά και το φαγητό ήταν κλειστοί. Εγκλωβισμένος στο χωριό το πήρε απόφαση πως το μοιραίο όπου νά’ναι έρχεται.

 Δυο μέρες έμεινε έτσι ξαπλωμένος περιμένοντας το Χάρο και επειδή δεν τον είχε ξαναδεί, κάθε φορά που εντόπιζε μια σκιά, νόμιζε πως είναι αυτός. Τότε έκλεινε τα μάτια του και κουλουριαζόταν όσο μπορούσε περισσότερο σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί από κάπου. Όταν πέρναγε λίγη ώρα και αισθανόταν να μην τον τραβάει κανένας, χαλάρωνε, άνοιγε τα μάτια του, και μετά σηκωνόταν για λίγο και έπινε νερό. Η γριά μάνα του μάταια προσπαθούσε να τον συνεφέρει. Του μιλούσε, του πρόσφερε νερόβραστα βλίτα - ευτυχώς αυτά φύτρωναν μόνα τους - για να πιαστεί λίγο η ψυχή του. Ο Δημητρός δεν ανταποκρινόταν με καμιά αίσθηση λες και τις είχε σφραγίσει όλες. Ώσπου…

 Κυριακή μεσημέρι, στο αυλιδάκι του καλυβιού άκουσε τη μάνα του να μιλάει καταχαρούμενη με μια πολύ γνώριμη φωνή. Ναι αυτός ήταν! Ο σωτήρας του! Ο μπάρμπας του ο Σωτήρης από τα Βραγκιανά. Πετάχτηκε αμέσως όρθιος και βγήκε στην αυλή απότομα, αλλά το πρώτο που αντίκρυσε παρ’ ολίγο να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Ήταν ένας μεγαλόσωμος λύκος με ορθάνοιχτο το στόμα. Ευτυχώς παράλληλα με αυτό που έβλεπε, άκουσε τα γέλια του μπάρμπα, που καθόταν σ’ένα πέτρινο πεζούλι.

  • Σκιάχτ’κεις ωρέ ανιψιέ;
  • Αν σκιάχ’κα λέει! απάντησε ο Δημητρός, ενώ χαιρετούσε τον μπάρμπα του.

 Όλο καμάρι ο Σωτήρης του αφηγήθηκε το πώς το απόγευμα της περιπετειώδους για τον Δημητρό ημέρας αυτός σκότωσε με τη μία το λύκο, απαλλάσσοντας έτσι τους βοσκούς από μια μεγάλη απειλή. Και όπως επέβαλε το έθιμο έγδαρε με προσοχή τον λύκο, γέμισε το δέρμα με άχυρα και άρχισε να περιφέρει τον άψυχο και αχυρένιο λύκο σ’όλα τα χωριά. Όσοι είχαν ζώα επιβράβευαν τον σωτήρα του κοπαδιού τους με λίγα χρήματα που τα τοποθετούσαν στο ανοιχτό μεν αλλά ακίνδυνο πια στόμα του. Την Κυριακή ήρθε στο Καταφύλλι, που λειτουργούσε ο παπάς και μπορούσε να βρει συγκεντρωμένους τους περισσότερους χωριανούς. Περίμενε να βρει στην εκκλησία και κάποιον απ’αυτούς για να τους δώσει και λίγα φιλέματα που είχε βάλει η γυναίκα του στον ντορβά, αλλά δεν βρήκε κανέναν. Έτσι έφτασε και στο καλύβι. Όσο αφηγούνταν ο Σωτήρης με λεπτομέρειες όλα αυτά, η Χρίσταινα τηγάνιζε αβγά με φρέσκο βούτυρο - απ’τα φιλέματα του ντορβά - και το άρωμα που πλημμύρισε το καλύβι και την αυλή ανέστηνε και νεκρούς. Στα φιλέματα υπήρχε και ψωμί και ξινόγαλο και τυρί. Αυτά στρώθηκαν στην τάβλα για να φάνε. Έτρωγαν και κουβέντιαζαν. Έτρωγε και ο Δημητρός σιγά σιγά απολαμβάνοντας την κάθε χαψιά σαν να ήταν η τελευταία του.

 Ο Σωτήρης είχε χρόνια να τους επισκεφτεί και βλέποντας το χάλι στο οποίο ζούσαν πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα τους έπαιρνε μαζί του στα Βραγκιανά. Εξάλλου χρειαζόταν έναν βοηθό για τα πρόβατα, ενώ η θειά - όσο κράταγε - ας βοηθούσε τη γυναίκα του, που και αυτή απ’τις δουλειές δεν σταμάταγε όλη μέρα. Προς το παρόν όμως έπρεπε να γυρίσουν το λύκο στα υπόλοιπα χωριά για να βγάλουν όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν. Έτσι το απόγευμα ο Δημητρός με τον μπάρμπα του πήγαν στο Αργύρι, ενώ το άλλο πρωί στο Χορίγγοβο. Μπροστά περπατούσε ο Σωτήρης με τον Δημητρό να ακολουθεί έχοντας τον αχυρένιο λύκο στην πλάτη του. Φτάνοντας στις Κλειδέρες είδαν να τρέχουν πολλά και γάργαρα νερά και αισθάνθηκαν μια μοναδική δροσιά κάτω από τα θεόρατα πλατάνια. Εκεί, αφού σταμάτησαν για λίγο να ξεκουραστούν και να δροσιστούν, έπιασε το Δημητρό ένα νευρικό γέλιο.

  • Τι γιλάς, ρε; ρωτούσε ο μπάρμπας του, μα απάντηση δεν έπαιρνε.
  • Τι έπαθις, πανάθιμά σι;

 Θα πέρασαν και δέκα λεπτά μέχρι να συνέλθει ο Δημητρός και να μπορέσει να απαντήσει.

  • Μ’ πέρασει απ’ του μυαλό πως ιγώ κι ο λύκους μοιάζουμι πουλύ. Νηστ’κός ήταν αυτός, νηστ’κός κι ιγώ. Αυτόν προυχτές κυνηγάγατι, ιμένα παρά λίγου να σκοτώσιτι. Κι απού χτες τ’ απόγιομα τουν κ’βαλάω κι στ’ν πλάτη μ’!

 Επιστρέφοντας από το Χορίγγοβο πήραν μαζί τους και τη Χρήσταινα περνώντας πρώτα από τα Γρυμπιανά, για να καταλήξουν τελικά αργά το βράδυ στο σπίτι του Σωτήρη στα Βραγκιανά. Πράγματα μαζί τους δεν πήραν, όχι μόνο γιατί δεν μπορούσαν να τα κουβαλήσουν, αλλά γιατί δεν είχαν τίποτα της προκοπής. Όσο για τις τρεις γίδες, μόλις τις είδε ο Σωτήρης διαπίστωσε ότι ήταν έτοιμες να ψοφήσουν. Ούτε για σφάξιμο δεν έκαναν. Έτσι τα παράτησαν όλα κι έφυγαν.

 Κοντά στο Σωτήρη έμαθε και ο Δημητρός την τέχνη του τσοπάνου, που ως τότε νόμιζε ότι δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Κάθε μέρα που περνούσε μάθαινε και κάτι καινούργιο. Και πρώτα απ’όλα γνώρισε τη φύση, που αν και όλα του τα χρόνια κοντά της ζούσε, όμως ποτέ του δεν την κατάλαβε. Συνειδητοποίησε πως κάθε τόπος έβγαζε και τα δικά του χόρτα, που μερικά απ’αυτά τα έτρωγαν τα πρόβατα ενώ άλλα όχι. Το ίδιο και τα δέντρα. Και όλα αυτά επηρεάζονταν απ’τις καιρικές συνθήκες, από το πόσο χιόνι έπεφτε τον χειμώνα και ποιους μήνες, το πόσο έβρεχε και πότε. Τότε άρχισε να καταλαβαίνει και γιατί γινόταν τόση μάχη ανάμεσα στους Καταφυλλιώτες και τους Βραγκιανίτες για τη ράχη. Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις της Μιρμιτζάλας ήταν περιζήτητες για όλους τους βοσκούς. Γι’ αυτό και οι τσακωμοί για τα σύνορα δεν τελείωναν ποτέ.

 Βρισκόμενος ο Δημητρός αντιμέτωπος με τέτοιες καταστάσεις δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Από τη μια έπρεπε να φροντίζει ώστε τα πρόβατα του μπάρμπα του να έχουν πολύ τόπο για να βοσκήσουν, πράγμα που τον οδηγούσε στο να παραβιάζει τα σύνορα και να μπαίνει σε καταφυλλιώτικες περιοχές, από την άλλη ως Καταφυλλιώτης έπρεπε να τις προστατεύει, μιας και αυτή ήταν ευχή και κατάρα των προγόνων του. Κάποια στιγμή του πέρασε από το μυαλό η ιδέα, να κόβει χόρτα από τις καταφυλλιώτικες περιοχές, με το δικαίωμα που είχε ως Καταφυλλιώτης, και να τα μεταφέρνει στις βραγκιανίτικες, για να ταΐσει τα πρόβατα. Έτσι και το έργο του βοσκού θα εκπλήρωνε και προδότης των προγονικών παρακαταθηκών δεν θα γινόταν. Όταν όμως συνειδητοποίησε τον κόπο που απαιτούσε το εγχείρημα αυτό, απέρριψε την ιδέα και υιοθέτησε μια βολικότερη για τον ίδιο, μάλλον και για τα πρόβατα. Όταν πλησίαζαν προς τις καταφυλλιώτικες περιοχές αυτός έστρεφε την προσοχή του προς άλλη κατεύθυνση και αφού πέρναγε ικανή ώρα ώστε να έχουν φάει, τότε τα κυνηγούσε με βρισιές και απειλές φωνάζοντας όσο μπορούσε πιο δυνατά. Ήξερε όμως ότι τα διλήμματά του αυτά ένας μόνο μπορούσε να τα λύσει και δεν ήταν άλλος παρά ο Αχελώος. Αυτός όμως χώριζε το Καταφύλλι από τον Μεσόπυργο και όχι από τα Βραγκιανά. Ας ήταν τουλάχιστον ένας μικρότερος, που να χωρίζει τα Βραγκιανά από το Καταφύλλι!

 Αυτά σκεφτόταν ο Δημητρός όσο έβοσκε τα πρόβατα στη Μιρμιτζάλα. Μερικές φορές ανέβαινε στη ράχη και έβλεπε από ψηλά το καλυβάκι που μεγάλωσε, αλλά γρήγορα επέστρεφε προς τη βραγκιανίτικη πλευρά, φοβούμενος μην τον ξελογιάσει το συναίσθημα και επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση, πράγμα που δεν ήθελε καθόλου. Εξάλλου ο μπάρμπας του ήταν πολύ ευχαριστημένος μαζί του και ήταν έτοιμος να τον παντρέψει κιόλας, αν δεν ξέσπαγε ο πόλεμος. Τα πράγματα χειροτέρεψαν περισσότερο στον εμφύλιο, αφού κατά διαστήματα η ευρύτερη περιοχή είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης και όσοι άντρες δεν στρατολογήθηκαν σε καμιά απ’ τις δυο παρατάξεις έφυγαν για περιοχές, που νόμιζαν ότι θα έβρισκαν μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Δημητρός πήγε μόνος του στον Μεσόπυργο, ενώ ο μπάρμπας του με την οικογένειά του στο Μουζάκι. Ευτυχώς η μάνα του, η γριά Χρήσταινα, πρόλαβε και πέθανε ευτυχισμένη στο τόπο που γεννήθηκε λίγο πριν τον παγκόσμιο πόλεμο.

 Στον Μεσόπυργο ζούσε ένας μακρινός του ξάδερφος, ο Σπύρος. Σ’αυτόν πήγε αρχικά να μείνει, αλλά απ’τη φτώχεια και τον πόλεμο αυτός δεν μπορούσε να ζήσει μόνος, πόσο μάλλον να φιλοξενήσει και τον Δημητρό. Κουβέντα όμως στην κουβέντα και αναδεικνύοντας ο Δημητρός τις γνώσεις του ως βοσκός, μπήκε σ’ ένα σπίτι που ο νοικοκύρης είχε πάνω από εκατό γιδοπρόβατα και έψαχνε για καλό τσοπάνο, μιας και ο ίδιος είχε αρρωστήσει από τη μέση και τα πόδια. Για τσοπάνο έψαχνε ο Σάββας - έτσι έλεγαν τον άνθρωπο - τελικά κράτησε το Δημητρό για σώγαμπρο, αφού εκτίμησε όχι μόνο τις κτηνοτροφικές του γνώσεις αλλά και τη μοναδική εργατικότητά του. Σ’ αυτό συμφωνούσε και η κόρη του, μια μεγαλοκοπέλα, που ως τότε κανένας χωριανός δεν την είχε προσέξει ούτε για την ομορφιά της ούτε για τη γλώσσα της που πήγαινε ροδάνι, και ας της έδινε ο Σάββας για προίκα και ζώα και λίγα χρήματα. Με αυτή την εξέλιξη ο Δημητρός ήταν τρισευτυχισμένος. Και ενώ οι άλλοι αγωνιούσαν και έτρεμαν από το φόβο τους για όσα έβλεπαν και κυρίως για όσα μάθαιναν από το πολεμικό μέτωπο, αυτός ζούσε τις γλυκύτερες μέρες της ζωής του. Όλη μέρα φρόντιζε τα ζώα, με διαφορετικό όμως τρόπο, γιατί τα ’βλεπε σαν δικά του, ενώ το βράδυ είχε την Αρετή - έτσι έλεγαν τη γυναίκα του - που του μιλούσε χωρίς να παίρνει αναπνοή. Πολλές φορές δεν την καταλάβαινε τι έλεγε, αλλά και αυτό του άρεσε, μιας και ολημερίς σ’όλη σχεδόν τη ζωή του κουβέντα έπιανε μόνο με τα πρόβατα.

 Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος άρχισε να βγαίνει πότε πότε και στο καφενείο. Οι χωριανοί τον αποδέχονταν όχι μόνο σαν νοικοκύρη, που είχε τον τρόπο του, αλλά και με θαυμασμό για τις γνώσεις του στα ζώα. Κοντά στον μπάρμπα του είχε μάθει πολλά, ακόμα και πως να πήζει πολύ νόστιμο τυρί και τσαλαφούτι. Τα έφτιαχνε πια και στο δικό του σπίτι εντυπωσιάζοντας όχι μόνο την Αρετή και τα πεθερικά του αλλά και όσους χωριανούς τα δοκίμαζαν.

 Ζώντας πια ο Δημητρός στον Μεσόπυργο έβλεπε από μακριά τη Μιρμιτζάλα και νοσταλγούσε - έστω και για λίγο - να την περπατήσει, ίσως και να αγναντέψει το καλυβάκι που μεγάλωσε. Έκοβε όμως αυτή τη νοσταλγία αμέσως, ενθυμούμενος τις τύψεις και τα διλήμματα που τον βασάνιζαν όσο έβοσκε εκεί τα πρόβατα του μπάρμπα του. Κι αμέσως έστρεφε τα μάτια του προς τον Αχελώο, που όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο περισσότερο τον θαύμαζε για τις ειρηνευτικές του ικανότητες.


ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Διηγήματα με Καταφυλλιώτικο άρωμα.

 ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ είναι ο τίτλος βιβλίου με ηθογραφικά διηγήματα, οι ήρωες των οποίων ζουν στο Καταφύλλι και την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων τον περασμένο αιώνα. Δημιουργός των διηγημάτων ο Γιώργος Σταμούλης, Καταφυλλιώτης, πτυχιούχος Θεολογίας και Φιλολογίας με ειδίκευση στη Νεοελληνική Γλώσσα και Γραμματεία και όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, στα διηγήματα είναι ενταγμένες και κάποιες μικρές ιστορίες, «που έπλεκαν οι άνθρωποι γύρω από το τζάκι για να μικρύνουν τις μεγάλες νύχτες του Χειμώνα». Με τα «ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» οι ιστορίες αυτές «εντάχθηκαν σε διαφορετικό περιβάλλον με φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα και ελπίζουν, όχι μόνο να διασωθούν οι ίδιες, αλλά να βοηθήσουν και στην απεικόνιση της καθημερινότητας μιας περασμένης αλλά όχι - ακόμα τουλάχιστον - ξεχασμένης εποχής».

 Σήμερα δημοσιεύουμε το διήγημα με τίτλο «Η ειρηνοποιός δύναμη».

 

Gia koinonika diktia
Θα μας βρείτε και στα κοινωνικά δίκτυα:
 
01 Masthead
 
02 Twitter 2
 
03 F B
 
04 Youtube   05 flickr  

Ο καιρός στο Καταφύλλι
Εφημερίδα
Σελίδες μελών
Τυχαία εικόνα
Tyxaia_eikona_179.jpg
Πρωτοσέλιδα
Δήμος Αργιθέας
Τελευταία άρθρα