Ela na paiksoume

Koumpouriana

14 - 07 - 2024
Είσοδος μελών

Ela na paiksoume

Από τα «ΞΕ-ΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» του Γιώργου Σταμούλη

001 Giorgos Stamoulis Ζώντας στην εποχή της επικοινωνίας όλο και περισσότερο συνειδητοποιούμε τη δύναμη των λέξεων. Οι ίδιες, βέβαια, το «φώναζαν» από την εποχή του «μολών λαβέ» και βάλε, αλλά ποιος να τις ακούσει; Συνηθισμένοι οι άνθρωποι να κοιτάζουν το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι και όχι το ίδιο το φεγγάρι, αγνοούν τη δύναμη των λέξεων, ενώ εντυπωσιάζονται από τον χρήστη τους. Φυσικά οι εντυπώσεις γρήγορα εξαφανίζονται, όπως οι πυγολαμπίδες, ενώ η Ιστορία διατηρεί το μήνυμα που περιέχουν οι λέξεις. Για παράδειγμα τις φράσεις: «Τις πταίει» και «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» πολλοί τις θυμούνται, λιγότεροι γνωρίζουν ποιος τις είπε και ακόμα πιο λίγοι πότε και γιατί.

 Και ας μη βιαστεί κανείς να πει ότι αυτές έμειναν, γιατί ειπώθηκαν από έναν κορυφαίο πολιτικό, τον

Χαρίλαο Τρικούπη. Και από ασήμαντο και ξεχασμένο από την Ιστορία να λέγονταν, το ίδιο θα συνέβαινε, όπως έγινε με κάποιον απερχόμενο και ξανά υποψήφιο δήμαρχο του Δήμου Αργιθέας στις αρχές του περασμένου αιώνα. Αφού βγήκαν τα αποτελέσματα και διαπίστωσε ότι δεν εκλέχτηκε, αποφάσισε να μιλήσει στους συγκεντρωμένους θυμίζοντάς τους ότι, ενώ προεκλογικά συμμετείχαν στα τραπεζώματα που τους έκανε, τελικά δεν τον ψήφισαν. Άρχισε, λοιπόν, την ομιλία του σε άψογη καθαρεύουσα λέγοντας: «Τας ψωραλέας αίγας κατηναλώσατε, την δε κάλπην εμαυρίσατε». Εκατό περίπου χρόνια πέρασαν από τότε, το όνομα του Δημάρχου κανείς δεν το θυμάται - πόσο μάλλον το έργο του - μας έμεινε όμως η καθαρευουσιάνικη πίκρα του αναμειγμένη με ολίγη εκδίκηση!

 Και ενώ είναι ευνόητο ότι οι λέξεις δεν έχουν κανένα λόγο να δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στους ασχολούμενους με την πολιτική, φαίνεται ότι αυτοί μαζί με τους διαφημιστές και τους δημοσιογράφους έχουν αντιληφθεί περισσότερο από τους κοινούς θνητούς τη δυναμική που κρύβουν μέσα τους. Έτσι στον επικοινωνιακό πόλεμο που ζούμε κερδισμένοι σε δύναμη, δόξα και χρήμα είναι οι πιο ευρηματικοί στην επιλογή των λέξεων.

 Ευτυχώς για τον Κοσμά που έζησε σε μια άλλη εποχή, που οι πόλεμοι ήταν κανονικοί, γιατί αν ζούσε σήμερα, θα είχε βρει τον μπελά του. Το να δηλώνει κάποιος «βασιλοκομμουνιστής» αφύσικο ακουγόταν πάντα, σήμερα όμως θα είχε γίνει πρώτο θέμα στα τηλεοπτικά δίκτυα και τις εφημερίδες, ενώ το διαδίκτυο θα είχε πάρει φωτιά. Την εποχή όμως του Κοσμά το γνώριζαν μόνον οι συγχωριανοί του, δηλαδή οι Καταφυλλιώτες, άντε και κάποιοι από τα διπλανά χωριά. Και που το γνώριζαν όμως, κανείς δεν τον ενοχλούσε. Η σύνθεση δύο εντελώς αντίθετων πολιτικών φιλοσοφιών και συστημάτων προέκυψε για τον Κοσμά βιωματικά, ώστε αποτέλεσε ο ίδιος ένα φαινόμενο. Υπήρξε ο μοναδικός οπαδός ενός ανύπαρκτου κόμματος. Οι πολλοί βασιλόφρονες του χωριού προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να τον κάνουν να αρνηθεί το δεύτερο συνθετικό της προσωπικής του ιδεολογίας, ενώ οι λιγοστοί κομμουνιστές, κρυφά μεν χαμογελούσαν με την περίπτωσή του, φανερά όμως τον επιδοκίμαζαν, μιας και στο λιγοστό αριθμό τους προσέθεταν έναν ακόμα, έστω και μισό.

Ο βασιλοκομμουνισμός για τον Κοσμά ήταν το ιδεατό πολιτειακό σύστημα, αφού από τη μια εξασφάλιζε την πολιτική σταθερότητα και τη στήριξη πολλών φιλομοναρχικών ισχυρών χωρών της Δυτικής Ευρώπης, ενώ από την άλλη την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μέριμνα των αδυνάτων αλλά και τη συμμαχία με τις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και ιδιαίτερα τη Σοβιετική Ένωση. Οι γεωπολιτικές αναλύσεις του Κοσμά μπορεί να μην ήταν σύμφωνες ούτε με τη βασιλεία ούτε με τον κομμουνισμό, αλλά αυτό οφειλόταν στην άγνοια των Ελλήνων πολιτικών, που έπεσαν στην παγίδα του διχασμού, που τους έστησαν ξένα και ντόπια οικονομικά συμφέροντα. Καθήκον, επομένως των απλών ανθρώπων ήταν να επαναφέρουν τον βασιλιά στον θρόνο του, ο οποίος στη συνέχεια θα ανέθετε σε κομμουνιστές την οργάνωση της χώρας σε λαϊκή δημοκρατία. Απλά δηλαδή πράγματα και προπαντός πολύ ρεαλιστικά…

 Με τον κομμουνισμό ο Κοσμάς γνωρίστηκε στην περίοδο της Κατοχής και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί ο ίδιος να τον αναζητήσει, γιατί ήρθε ο κομμουνισμός σ’αυτόν. Στα χωριά των Αγράφων - Θεσσαλίας και Ευρυτανίας - λόγω μορφολογίας του εδάφους ούτε Γερμανοί πάτησαν ούτε Ιταλοί. Αναπτύχτηκαν όμως αντιστασιακές οργανώσεις με κυρίαρχη το Ε.Α.Μ., που όσο περνούσε ο καιρός τόσο εδραίωνε τη θέση του εκτοπίζοντας τις άλλες, ενώ οι καθοδηγητές φρόντιζαν όχι μόνο να οργανώσουν τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και να μυήσουν τους κατοίκους στην κομμουνιστική ιδεολογία. Ο Κοσμάς ακούγοντας ότι όλοι θα είναι ίσοι και ότι θα υπάρχει φαγητό για όλους ενθουσιάστηκε. Έτσι άτυπα άρχισε κι αυτός να ασκεί καθήκοντα «καθοδηγητή», μιλώντας κυρίως σε γυναίκες, μιας και οι άντρες δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά.

  • Να, έλεγε, θα βαστάς του σαγάνι κι θα στου γιμίζουν φαί!
  • Κι αν ιμένα δεν μ’φτάνει; τον ρωτούσαν οι γυναίκες.
  • Θα σ’γιμίζουν κι’άλλου σαγάνι, κι’άλλου σαγάνι, μέχρι να χορτάισ’! απαντούσε ο Κοσμάς.

 Και μπορεί ο Κοσμάς από την πείνα που τον έζωνε να ονειρευόταν γεμάτα σαγάνια - ούτε καν πιάτα - με φαγητό, όμως αυτή η ευλογημένη ώρα δεν έλεγε να φτάσει. Έτσι, όταν έμαθε ότι έγινε η «Κυβέρνηση του Βουνού» στη Βίνιανη αναθάρρησε, ενώ πέταξε απ’τη χαρά του όταν μετεφέρθηκε η έδρα της Κυβέρνησης στα Πετρίλια. Σε λίγους βέβαια μήνες όλη η Ελλάδα θα ήταν ελεύθερη και η πείνα για τον Κοσμά μια θλιβερή ανάμνηση. Αυτό τουλάχιστον πίστευε ο ίδιος, άσχετα αν τα γεγονότα που ακολούθησαν διαφώνησαν μαζί του. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που πήγαν να ανατραπούν όλες οι κοσμοθεωρίες του.

 Ενώ μάθαινε ότι οι Γερμανοί έφευγαν και οι Έλληνες από τη Μέση Ανατολή επέστρεφαν, δεν έβλεπε ούτε βασιλιά ούτε κομμουνιστική κυβέρνηση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τα πράγματα όσο πήγαινε και τόσο αγρίευαν, αντί δε για βασιλιά, έλεγαν ότι έκαναν τον Αρχιεπίσκοπο αντιβασιλιά, ενώ στις εκλογές του Μαρτίου του 1946 ψηφοδέλτιο κομμουνιστών δεν έβρισκε. Η απογοήτευση ήταν πλήρης συνοδευόμενη μάλιστα από το διαχρονικό θέμα της πείνας που παρά την αυξομείωση της έντασης είχε πια πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ η σωτήρια ελπίδα μέσω μιας βασιλοκομμουνιστικής κυβέρνησης έσβηνε σιγά - σιγά. Είχε όμως μια αναλαμπή το Αύγουστο του 1946, μιας και τότε έφθασαν τα νέα στο χωριό ότι το Σεπτέμβριο θα γινόταν δημοψήφισμα για να γυρίσει ο βασιλιάς, ο Γεώργιος.

 Έτσι για τον Κοσμά το γεγονός ότι για να ψηφίσει έπρεπε να πάει στο Ανθηρό - μια μέρα δηλαδή ποδαρόδρομος - δεν αποτελούσε πρόβλημα, όπως το θεωρούσαν τουλάχιστον οι περισσότεροι χωριανοί. Και τριπλάσιο δρόμο αν έπρεπε να κάνει, θα το έκανε μετά χαράς. Εξάλλου η Δημοκρατία απαιτεί θυσίες, πόσο μάλλον αν μέσω του δημοψηφίσματος θα είχαμε και την επάνοδο του βασιλέα. Μπορεί τις απόψεις αυτές να μην τις συμμερίζονταν οι πολλοί, έπρεπε όμως για το καλό του χωριού να εμφανιστούν στο Ανθηρό ψηφοφόροι και να ψηφίσουν, εννοείται υπέρ της βασιλείας. Διαφορετικά η Δημοκρατία θα είχε πρόβλημα, και τα αποτελέσματα αυτού του προβλήματος δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνουν την εμφάνισή τους και στο Καταφύλλι… Τελικά μαζεύτηκαν δέκα άντρες και πήραν το δρόμο της εκπλήρωσης του δημοκρατικού τους καθήκοντος. Το να κάνεις όμως τόσο δρόμο για πέντε λεπτά που διαρκεί η διαδικασία της ψηφοφορίας είναι υπερβολικά ετεροβαρές, γι’αυτό οι δέκα σε συνεννόηση με τους εναπομείναντες στο χωριό αποφάσισαν να εισάγουν έναν νέο θεσμό, έστω και άτυπα, την ψήφο δια αντιπροσώπου. Έτσι το πολύωρο ταξίδι των δέκα έπιασε τόπο, αφού χρειάστηκε μισή και πλέον μέρα να ψηφίζουν για όλους τους χωριανούς που είχαν δικαίωμα ψήφου. Το πρόβλημα της πιθανής αναγνώρισής τους από τους εκλογικούς αντιπροσώπους αντιμετωπίστηκε επιτυχώς αλλάζοντας σακάκια και καπέλα, ενώ άφηναν να περνάει και ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε να μην εντυπωθεί η φυσιογνωμία τους σε κάποιον από την επιτροπή. Τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι ίδιοι, μιας και τότε δεν γνώριζαν ότι η διαδικασία αυτή τελούσε υπό την ανοχή αν όχι εντολή της επιτροπής. Για τον Κοσμά πάντως σημασία είχε ότι και με το δικό του χεράκι - και όχι μόνο μια φορά - ο Γεώργιος Β΄ επέστρεφε στην Ελλάδα.

 Ο Γεώργιος ναι μεν επέστρεψε, αλλά ο Κοσμάς εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο κομμουνιστικό κόμμα δεν έβλεπε ούτε άκουγε. Και όσο αδιανόητο φαίνεται αυτό τώρα αλλά και τότε, για τον Κοσμά ήταν απόλυτα φυσιολογικό, που προέκυπτε όχι μόνο από τη δική του ιδεολογία αλλά και από τη στάση του κόμματος στο δημοψήφισμα, που καλούσε όλους σε μαζική ψηφοφορία επιλέγοντας λευκό. Το λευκό για τον Κοσμά δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά ένα σήμα για την αρχή εφαρμογής της βασιλοκομμουνιστικής διακυβέρνησης. Τέτοια αρχή όμως δεν υπήρξε. Αντίθετα εκείνο που άρχισε για τα καλά ήταν ο εμφύλιος. Οι σποραδικές συγκρούσεις που άρχισαν την Άνοιξη του ‘’46, από τον Οκτώβριο κλιμακώθηκαν και εξελίχθηκαν ως τον πιο καταστροφικό πόλεμο που έζησε η νεότερη Ελλάδα. Η ζωή σε όλα τα χωριά των Αγράφων και της ευρύτερης περιοχής έγινε πολύ επικίνδυνη. Έτσι άρχισε η φυγή για την Άρτα, το Μουζάκι, το Ξηρόμερο. Όσοι για διάφορους λόγους παρέμειναν στα χωριά τους είχαν να αντιμετωπίσουν από την πλευρά των ανταρτών τις «απαλλοτριώσεις» ζώων και γενικά τροφίμων καθώς και τη στρατολόγηση ενηλίκων και ανηλίκων και των δυο φύλων, ενώ από την πλευρά του επίσημου στρατού τις συλλήψεις όσων είχαν καταγγελθεί για συνεργασία με τους αντάρτες κομμουνιστές. Όλη αυτή τη φρίκη την έζησε ο Κοσμάς μιας και επέλεξε να παραμείνει στο χωριό.

Η αλήθεια είναι ότι η δυναμική και η πυκνότητα των γεγονότων ήταν τέτοια που λίγο έλειψε να κλονίσουν τα φιλοβασιλικά αισθήματά του. Η παντελής έλλειψη ενημέρωσης για τον βασιλιά επέτεινε το πρόβλημα, αφού ακόμα και τον θάνατο του Γεωργίου και την ενθρόνιση του Παύλου τα έμαθε με τη λήξη σχεδόν του εμφυλίου. Ακούγοντας αρχικά για τον βασιλιά Παύλο νόμιζε πως αφορούσε άλλη χώρα. Άσε που ξέχασε ότι ο Γεώργιος είχε αδελφό με αυτό το όνομα! Ο ψυχικός όμως δεσμός του Κοσμά με τη βασιλική οικογένεια είχε ιστορία από την εποχή των βαλκανικών πολέμων. Ο πατέρας του υπηρέτησε ως στρατιώτης κοντά στον διάδοχο Κων/νο. Μαζί μπήκαν ως απελευθερωτές στη Θεσσαλονίκη. Οι αφηγήσεις του πατέρα του ήταν συγκλονιστικές. Χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην παιδική μνήμη και έτσι θα παρέμειναν μέχρι το αναπόφευκτο δικό του τέλος. Πιθανότητα άρνησης του βασιλιά ισοδυναμούσε με πατροκτονία.

 Πατροκτόνος, βέβαια, ο Κοσμάς δεν έγινε ποτέ αλλά ούτε και παιδοκτόνος. Το δικό του δημιούργημα, τον βασιλοκομμουνισμό, τον υπερασπίστηκε μέχρι το τέλος, άσχετα από νικητές και ηττημένους. Και όταν κάποιοι θέλοντας να τον πειράξουν του θύμιζαν «κατορθώματα» κομμουνιστών της περιόδου 1946-49, ο Κοσμάς απαντούσε: «Αι κι ‘σύ τώρα! Αυτοί δεν ήταν κομμουνιστές, κατσαπλιάδες ήταν!» ενώ για να δικαιολογήσει τον βασιλιά: «Αν δεν πέθαινε ου Γιώργους, λιγότερα θα γίνονταν. Μέχρι να μάθει ου Παύλους να κυβερνάει, σκουτώθκει ούλη η Ελλάδα».

 Κάπως έτσι, και άσχετα με το τι έλεγαν οι άλλοι, ο ίδιος είχε όλα τα πολιτικά τακτοποιημένα, όσο για τα υπόλοιπα υπήρχε πάντα ένα μπέρδεμα, που γινόταν εντονότερο από την ασταμάτητα διαμαρτυρόμενη κοιλιά του. Οριστική λύση στο πρόβλημα αυτό δεν κατάφερε να δώσει ποτέ, παρά τις φωτογραφίες που κρατούσε σα φυλαχτό στη μέσα τσέπη του «καλού» του σακακιού - εδώ που τα λέμε, δεν είχε κι άλλο, το ‘λεγε «καλό», γιατί το φορούσε τις γιορτάδες. Στη μια φωτογραφία ο διάδοχος Κων/νος καβάλα στ’ άλογο και στην άλλη, πιο μικρή, ο Στάλιν με τη μουστάκα του.

 Με όσα πάντως συμβαίνουν σήμερα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον Κοσμά και τυχερό! Σκέφτεστε να ζούσε στην εποχή μας και να δήλωνε βασιλοκομμουνιστής; Θα τον παίρνανε χαμπάρι τα ηλεκτρονικά κυρίως μέσα ενημέρωσης και θα του «κρεμάγανε κουδούνια». Βέβαια δεν αποκλείεται - πολύ δύσκολο... αλλά - να γινόταν - γιατί όχι; - και πρωθυπουργός!


ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Διηγήματα με Καταφυλλιώτικο άρωμα.

 ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ είναι ο τίτλος βιβλίου με ηθογραφικά διηγήματα, οι ήρωες των οποίων ζουν στο Καταφύλλι και την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων τον περασμένο αιώνα. Δημιουργός των διηγημάτων ο Γιώργος Σταμούλης, Καταφυλλιώτης, πτυχιούχος Θεολογίας και Φιλολογίας με ειδίκευση στη Νεοελληνική Γλώσσα και Γραμματεία και όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, στα διηγήματα είναι ενταγμένες και κάποιες μικρές ιστορίες, «που έπλεκαν οι άνθρωποι γύρω από το τζάκι για να μικρύνουν τις μεγάλες νύχτες του Χειμώνα». Με τα «ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» οι ιστορίες αυτές «εντάχθηκαν σε διαφορετικό περιβάλλον με φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα και ελπίζουν, όχι μόνο να διασωθούν οι ίδιες, αλλά να βοηθήσουν και στην απεικόνιση της καθημερινότητας μιας περασμένης αλλά όχι - ακόμα τουλάχιστον - ξεχασμένης εποχής».

 

Gia koinonika diktia
Θα μας βρείτε και στα κοινωνικά δίκτυα:
 
01 Masthead
 
02 Twitter 2
 
03 F B
 
04 Youtube   05 flickr  

Ο καιρός στο Καταφύλλι
Τελευταία άρθρα