Koumpouriana

14 - 04 - 2021
Καταφύλλι
Σύλλογοι
Είσοδος μελών
Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 118 guests και one member

Παραπομπές
Ενημέρωση - ψυχαγωγία

Ela na paiksoume

δ. Η φορεσιά των Αγωνιστών

Γράφει ο Β. Λ. Τσιουραντάνης

 Παιδιά μ’, γιατί είστ’ ανάλαγα, τα κακόμοιρα.

 Ωρέ παιδιά καημένα, γιατί είστε λερωμένα.

 Είμαστε από τον πόλεμο, τα κακόμοιρα.

 Ωρέ! παιδιά καημένα, κι είμαστε λερωμένα. (Δημοτικό)

……………………

 Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες

…Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε (Δημοτικό)

 Όταν σκεφτόμαστε τις φορεσιές των Αγωνιστών την εποχή της Επανάστασης, το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό μας είναι οι, αγέρωχοι φουστανελοφόροι της προεδρικής φρουράς καθώς και οι περίτεχνες, πολύχρωμες και πανομοιότυπες
ενδυμασίες που φοράνε οι σύλλογοι παραδοσιακών χορών. Επηρεασμένοι από τους ζωγραφικούς πίνακες που φιλοτεχνήθηκαν στα χρόνια της Επανάστασης και αργότερα και παρακολουθώντας τις ταινίες που γυρίστηκαν για το ΄21 σχηματίσαμε μια εικόνα για το ντύσιμο των πρωταγωνιστών που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Οι Έλληνες της εποχής αυτής συνήθως δεν διέθεταν ούτε τον εξοπλισμό ούτε τις εντυπωσιακές φορεσιές που βλέπουμε στους ζωγραφικούς πίνακες.

 Η φουστανέλα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ήταν επίσημο ένδυμα που φορούσαν στις επίσημες εκδηλώσεις και όχι στα πεδία των μαχών, καθώς 02εκεί έπρεπε να είναι ντυμένοι με ρούχα λιτά, ανθεκτικά και λειτουργικά, που θα τους προσέφεραν ελευθερία κινήσεων, κυρίως στα βουνά, για να μην δυσκολεύονται, όταν έτρεχαν κυνηγημένοι ή κυνηγούσαν τον εχθρό. Η φουστανέλα, αν και ήταν καμωμένη με άσπρο ύφασμα, σπάνια κρατούσε για πολύ την λευκή της όψη. Το αρχικό άσπρο χρώμα με την πολλή χρήση πολύ γρήγορα γινόταν σκούρο ! Κι αυτό γιατί τη χρησιμοποιούσαν για πολλές δουλειές. Μ’ αυτή σκούπιζαν το πρόσωπό τους και τα χέρια τους, το σουγιά τους και καμιά φορά και τ' άρματά τους. Για πολλούς ήταν η μοναδική φουστανέλα και χρησίμευε επίσης ως τραπεζομάντιλο, πετσέτα κλπ Μ’ αυτήν κοιμόντουσαν και μ’ αυτήν ξυπνούσαν, μ’ αυτήν στις μάχες και μ΄ αυτήν και στις γιορτές. Πολλοί από τους Αγωνιστές την έβγαζαν μία φορά, όταν αυτή ήταν πλέον κουρελιασμένη.. Στη διάρκεια της κάθε εκστρατείας, οι αγωνιστές δεν άλλαζαν ρούχα, ούτε είχαν την πολυτέλεια να πλυθούν, εκτός από ένα περιστασιακό κατάβρεγμα σε κάποιο ρυάκι ή ποτάμι. Τα όπλα τους, αντίθετα, ήταν πάντα απαστράπτοντα, μιας και η πρώτη τους έγνοια μόλις ξυπνούσαν το πρωί ήταν να τα καθαρίζουν και να τα τακτοποιούν! Στις ανάπαυλες των μαχών κυρίως τα καλοκαίρια τις έβγαζαν για να καθαριστούν και να ξαναφορεθούν. Κάποιοι δεν την άλλαζαν για λόγους ταξίματος. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο Κολοκοτρώνης και ο Αναγνωσταράς στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Είχαν πάρει όρκο να μην αλλάξουν φορεσιά, αν δεν πατούσαν την πόλη. Πολλοί Αγωνιστές για να μην πιάνει η φουστανέλα τους εύκολα «λέρα» ή για να είναι αδιάβροχη την άλειφαν με χοιρινό λίπος!

03 Κάθε ελληνική περιοχή ακολουθώντας την ιδιαίτερη καλλιτεχνική της παράδοσή, δημιούργησε δική της ξεχωριστή τεχνοτροπία στην ενδυμασία. Η υπόδουλη Ελλάδα, ήταν ένα ατέλειωτο μωσαϊκό στο ντύσιμο, τόσο μοναδικό, που ίσως και να μην απαντάται σε καμία άλλη χώρα του κόσμου, ιδιαίτερα στο γυναικείο ντύσιμο, όπως θα δούμε παρακάτω .Σχεδόν κάθε περιοχή είχε το δικό της ντύσιμο .Υπάρχουν πολλές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και μάλιστα σε γειτονικές . Τα χρόνια εκείνα αρκούσε να δεις τη φορεσιά κάποιου για να καταλάβεις αμέσως από πού κατάγεται ! Μπορούσες επίσης από τα ρούχα και μόνο να καταλάβεις τόσο το επάγγελμα όσο και την κοινωνική του τάξη. Αλλιώς ντυνόταν ο κοτζαμπάσης, αλλιώς ο προύχοντας, ο προεστός, ο γεωργός, ο τσοπάνης αλλά και ο νέος ή ο γέρος . Η φουστανέλα των καπεταναίων και των γερόντων είχε μακρύ μήκος, λίγο πιο κάτω από το γόνατο με πολλές πτυχές. Οι πολεμιστές και οι νεότεροι την είχαν κοντύτερη και πιο ελαφριά. Στη Ρούμελη συνηθίζονταν πιο πολύ η κοντή με πολλές δίπλες - όπως σήμερα αυτή της προεδρικής φρουράς - ενώ στο Μοριά η μακριά κι όχι πολύ πυκνή.

 Όσοι Έλληνες έρχονταν απ’ το εξωτερικό ή ταξίδευαν στο εξωτερικό ήταν ντυμένοι «ευρωπαϊκά» όπως ο Καποδίστριας, οι Υψηλάντηδες, ο Μαυροκορδάτος κ.ά. .Διαφορετικό ήταν το ντύσιμο των νησιωτών, των Κρητικών, των Ποντίων, των Μικρασιατών…04

 Πολλοί Ευρωπαίοι Φιλέλληνες που έρχονταν για να ενισχύσουν τον Αγώνα, έβγαζαν με ευχαρίστηση τα φράγκικα ρούχα και φορούσαν περήφανα τη ρωμέικη φορεσιά, όπως ο λόρδος Βύρωνας, ο George Jarvis και αργότερα ο Όθωνας. Πολλοί πέθαναν στα πεδία των μαχών φορώντας την. Στα μέσα του 19ου αι, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως αυλικό ένδυμα και ως επίσημη ενδυμασία των επίλεκτων σωμάτων του ελληνικού στρατού (δηλ. των Ευζώνων) και έγινε μόδα για την εποχή . Τόσο ο βασιλιάς Όθωνας όσο και η βασίλισσα Αμαλία θέλησαν, προκειμένου να πλησιάσουν τον ελληνικό λαό, να υιοθετήσουν τις ελληνικές λαϊκές φορεσιές. Την παραδοσιακή φορεσιά φορούσε πάντα ο Όθωνας στις επίσημες εμφανίσεις και μέχρι το θάνατό του. Με τη σύσταση στα 1868 της Προεδρικής Φρουράς καθιερώθηκε ως η επίσημη ενδυμασία της .Αργότερα προστέθηκαν και οι άλλες ενδυμασίες της Φρουράς:

  • Ο χειμερινός μπλε «ντουλαμάς» - Στολή Μακεδονικού Αγώνα.05
  • Ο θερινός χακί «ντουλαμάς» - Στολή Βαλκανικών Πολέμων.
  • Η στολή των Κρητών.
  • Η Ποντιακή στολή,
  • Η Αιγαιοπελαγίτικη
  • και τελευταία η Θρακιώτικη ενδυμασία. Αυτές φοριούνται ανάλογα με την εποχή ή σε επετειακές εκδηλώσεις της Προεδρικής Φρουράς σε ημέρες μνήμης και τιμής.

 Κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι η φουστανέλα είναι εξέλιξη του ανδρικού δωρικού χιτώνα..Σε όστρακα και κεραμικά αγγεία του 12ου αι., εμφανίζονται οπλοφόροι πολεμιστές να φορούν παρόμοιο ένδυμα με τη φουστανέλα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως η φουστανέλα κατάγεται από ρωμαϊκό στρατιωτικό ένδυμα, που φοριόταν από τους μισθοφόρους των Ρωμαίων στον χώρο της Ηπείρου, μνημονεύοντας ως αποδεικτικό στοιχείο κάποια γλυπτά της εποχής.

06 Ο αρχαιολόγος Έβανς, θεωρούσε τη φουστανέλα ως ένα ιλλυρικό στοιχείο που επιβίωσε ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς.

 Ο Γιάννης Τσαρούχης υποστήριζε την ινδική καταγωγή της φουστανέλας, καθόσον έμοιαζε με το λευκό ένδυμα των μαχαραγιάδων με τη φούστα φτιαγμένη από πολλά ισοσκελή τρίγωνα από μουσελίνα.

Η λέξη «φουστανέλα» προέρχεται από το ιταλικό «Fustagno», που σημαίνει ύφασμα, που κι αυτό με τη σειρά του έχει τη ρίζα του στο Φουστάτ, μια Αιγυπτιακή πόλη, στην οποία κατασκευαζόταν ένα βαμβακερό, ανθεκτικό ύφασμα, με το οποίο γίνονταν τα πανιά στα καράβια, τις λεγόμενες «φούστες».

 Η φουστανέλλα είναι φτιαγμένη από άσπρο ύφασμα, κομμένο σε πολυάριθμα τριγωνικά κομμάτια (λαγκιόλια)) σουρωμένα με πτυχές.

07 Στο κεφάλι φορούσαν μικρό στρογγυλό κοφτό κόκκινο φέσι, με μικρή μάλλινη φούντα να στολίζει την κορυφή του. Στη βάση του το τύλιγαν με μαντηλοδεσιά.. Κατά περίπτωση, κάποιοι τύλιγαν γύρω στο φέσι ένα στενόμακρο βαμβακερό πλουμιστό ύφασμα που το έλεγαν «σερβέτα» (όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς και άλλοι αγωνιστές). Άλλοι φορούσαν το χρυσοκέντητο πόσι, όπως ο Μακρυγιάννης και ο Νικηταράς. Μερικοί φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι με μικρή φούντα στην κορφή, όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετιμεζάδες,. Κάμποσοι φορούσανε σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζε να φοράει ο Γκούρας και ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τότε που ήταν ταγματάρχης του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Επίσης πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι.

 Μαλλιά

 Από το φέσι ξεχύνονταν ως τις πλάτες τα καλοχτενισμένα μακριά μαλλιά τους. Γιατί συνήθιζαν να τα αφήνουν μακριά. Τ’ άφηναν να ανεμίζουν περήφανα στους ώμους τους . Για να τα γυαλίζουν και να στέκουν καλοχτενισμένα τα αλείβανε με λάδι ή μεδουλάρι( αλοιφή από μεδούλι και μυρωδικά). Οι Μοραΐτες συνήθιζαν να τα αφήνουν πιο μακριά απ’ τους Ρουμελιώτες. Ήταν ξακουστά τα ξανθά και σγουρά μαλλιά των Μαυρομιχαλαίων. Όλοι σχεδόν εικονίζονται με μεγάλο μουστάκι και σπανιότερα με γενειάδα σε αντίθεση με τις προτομές.

 Ο Ιωσήφ Πέκκιο (Giuseppe Pecchio ή Joseph Pecchio) (1785-1837), Ιταλός φιλέλληνας, που γνώρισε από κοντά τους πρωτεργάτες του Αγώνα γράφει: Οι Ρουμελιώτες και οι Σουλιώτες είναι η ωραιότερη και πιο ρωμαλέα ράτσα απ' όσες έχω δει. Τα σώματά τους, πάντοτε εκτεθειμένα στον ήλιο, έχουν πράγματι το χρώμα του μπρούτζου. Το στήθος τους είναι πλατύ σαν θώρακας. Η φύση, δε, τους έχει προικίσει με πλούσια μαλλιά, τα οποία είναι λυτά και πυκνά. Θα ήταν ωραιότερη η κόμμωσή τους, αν δεν συνήθιζαν να ξυρίζουν τα μαλλιά στους κροτάφους. Οι Έλληνες εκτιμούσαν πάντοτε τα πυκνά μαλλιά. Οι περισσότεροι απ' αυτούς γεννιούνται και πεθαίνουν στρατιώτες». Και για τον Κολοκοτρώνη: «Αχτένιστα και άσπρα τα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του και ανακατεύονταν μπροστά με την άτακτη γενειάδα, την οποία, μετά την αιχμαλωσία του, είχε αφήσει να αυξηθεί σε ένδειξη πένθους, μα και εκδίκησης. Η μορφή του είναι άξεστη, ρωμαλέα. Τα μάτια του γεμάτα φωτιά, το πολεμικό και άγριο πρόσωπό του έμοιαζε με γέρικο απότομο βράχο(...).

 Άλλα μέρη της ενδυμασίας:

 Οι κάλτσες: Είναι λευκές, κατασκευασμένες από μαλλί και σκεπάζουν τα πόδια απ’ τον αστράγαλο ως τη μέση..

 Οι καλτσοδέτες: Ακριβώς πίσω και κάτω από το γόνατο δενόταν με πολύ τέχνη μια πλατιά λωρίδα πλεχτή, μαύρη ή καφέ, η καλτσοδέτα, που τέλειωνε σε γαϊτάνι (έντεχνα πλεγμένο κορδόνι ) και αυτό σε φούντα

 Η κορμοφανέλλα: Η κορμοφανέλλα φοριόταν κατάσαρκα και παλιότερα ήταν ολόλευκη. Μονάχα στη άκρη στο μανίκι κεντούσαν μαύρα, γαλάζια ή κόκκινα κεντίδια .

 Το πουκάμισο: Πάνω από το μπλουζάκι ο αρματωμένος φοράει το φαρδυμάνικο λευκό πουκάμισο . Οι αρματωμένοι συνηθίζουν να γυρίζουν τα μανίκια και να τα πιάνουν με παραμάνες στην κορυφή του ώμου.

 Το γελέκι ή γιλέκο: Πάνω από το πουκάμισο φορούν το γιλέκο .08

 Η φέρμελη πάνω από το γιλέκο φοριέται η φέρμελη με τις δυο αράδες ασημοκεντημένα μεγάλα κουμπιά. Διαθέτει λευκά και επίχρυσα νήματα, με τα οποία απεικονίζονται σχέδια λαογραφικής σημασίας.

Αποτελεί το δυσκολότερο ένδυμα στην κατασκευή του. Φορέθηκε αρχικά από τους αρματολούς, τους κλέφτες και του αγωνιστές του 1821 και γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως μέρος της αυλικής ενδυμασίας και στη συνέχεια εξαπλώθηκε ως επίσημη (γιορτινή) ενδυμασία όλων των αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών της χώρας. Αργότερα αντί για φέρμελη βάζανε το μεϊντάνι που η διαφορά τους ήταν στο ότι στη φέρμελη φορούσανε τα μανίκια, ενώ στο μεϊντάνι τα μανίκια ήταν ψεύτικα φοδραρισμένα με κόκκινο πανί και τα έριχναν στις πλάτες πίσω σταυρωτά.

 Το σελάχι: Το σελάχι, μια θήκη από δέρμα ή από χοντρό χαρτόνι ντυμένο με πανί δίμιτο ή χοντρό βελούδο, έμπαινε στη μέση πάνω από τη φουστανέλα και συγκρατιόταν από πλατιά δερμάτινη ζώνη που δένεται πίσω. Το σελάχι ήταν πραγματικό οπλοστάσιο. Εδώ κρέμονταν το γιαταγάνι, ασημοστολισμένες μπιστόλες και τα μαχαίρια. Στο σελάχι είχαν τα πυρομαχικά, τον πριόβολο, την ίσκα αλλά και κουπιδοβέλονα για να μπαλολογάνε τα τσαρούχια τους.

Ντουλαμάς - φλοκάτες -κάπες

09 Η φορεσιά τους, συμπληρωνόταν με τον ντουλαμά. Δουλεμένος στον αργαλειό, τον ρίχνανε πάνω τους σαν έπιανε κρύο Ο ντουλαμάς έφτανε ως τη μέση. Για τη βαρυχειμωνιά, είχαν τις φλοκάτες. Χωρίς μανίκια, που έφταναν ως κάτω απ’ το γόνατο. Σαν βρίσκονταν έξω το χειμώνα, χρησιμοποιούσαν τη φλοκάτα για στρωσίδι και για σκέπασμα. Για τον ίδιο σκοπό άλλοι είχανε την κάπα - ίδιο σχέδιο με τη φλοκάτη φτιαγμένη όμως από τραγόμαλλο και δουλεμένη στα μαντάνια και τις νεροτριβές για να πυκνώσει το ύφασμα και να μην περνάει η βροχή και το κρύο.

 Τα τσαπράζια

 Την φορεσιά συμπλήρωναν τα αργυρά ή επίχρυσα κοσμήματα που φορούσαν στο στήθος τα τσαπράζια ή τουσλούκια, όπως τα έλεγαν:

 Το σταυρωτό κιουστέκι: Είναι ιδιότυπο αλυσιδωτό και πολύπλοκο επιστήθιο κόσμημα εξάρτημα της φορεσιάς. Αποτελείται από μια τετράγωνη ή στρογγυλή πλάκα στο κέντρο και τέσσερις τριγωνικές πλάκες στις άκρες. Στερεώνεται χιαστί στο στήθος του αρματωμένου Τα παλιότερα κιουστέκια ήταν διακοσμημένα από χρωματιστές πέτρες σε μπλε, πράσινο, γαλάζιο και κόκκινο χρώμα και από σμάλτο. 
10
 Το φυσεκλίκι: Έχει σχήμα τριγωνικό, φτιαγμένο από δερμάτινες λουρίδες, που καταλήγει σε μια ασημένια παλάσκα.
 Οι παλάσκες: Αυτές στερεώνονται από τη ζώνη του σελαχιού στο πίσω μέρος. Ήταν συνήθως διακοσμημένες με πλούσια περίτεχνα κεντήματα. με φυτικά αλλά και μυθολογικά θέματα.
 Το χαϊμαλί (το φυλαχτό ): Ήταν μια θήκη, όπου έκλεινε μέσα κάθε λογής φυλαχτά και το κρεμούσαν με αλυσίδα από το λαιμό και έπεφτε προς τα αριστερά του στήθους πάνω περίπου από την καρδιά.
 Τα τσαρουχοθήλυκα ή τσαρουχοτοκάδες: Ήταν οι κεντημένες πόρπες των τσαρουχιών.

 Η καπνοσακούλα: Παλιότερα απαραίτητο εφόδιο κάθε αρματωμένου ήταν και μια βελούδινη χρυσοκεντημένη καπνοσακούλα, που την κρεμούσαν από τη μέση στη δεξιά μεριά.

 Τα τσαρούχια

1112 13 Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μέρη τα φορεσιάς των Αωνιστών. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό «τσαρίκ» (carik). Κατασκευασμένα από δέρμα, κόκκινα συνήθως στο χρώμα ή στο χρώμα του δέρματος. Οι μαύρες φούντες στις οποίες καταλήγουν οι μύτες τους θεωρούνται μάλλον μεταγενέστερες. Λέγεται πως η αρχική τους χρήση ήταν να κρύβονται σε αυτές μικρά κοφτερά αντικείμενα που θα μπορούσαν αιφνιδιαστικά να τραυματίσουν τον εχθρό σε μία μάχη σώμα με σώμα. Άλλη άποψη είναι ότι οι φούντες προστάτευαν τα δάχτυλα των ποδιών από το χιόνι και τα κρυοπαγήματα..Κατά μέσο όρο, το κάθε τσαρούχι ζυγίζει τρία κιλά κιλά, όταν έχει και πρόκες. Βέβαια τα καθημερινά τσαρούχια του 21 ήταν απλά, χωρίς στολίδια, χωρίς φούντα μπροστά και ήταν μυτερά. Τα έφτιαχναν με ακατέργαστο βοδινό δέρμα κι ήταν πολύ ελαφριά και γερά.. Οι φτωχότεροι φορούσαν γουρνοτσάρουχα, φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού.

Το τσαρούχι το φορούσαν οι χωρικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές στα Βαλκάνια και την Τουρκία ως το τέλος του 19ου - αρχές του 20ου αιώνα.

 Το γυναικείο ντύσιμο

14 Οι παραδοσιακές ελληνικές γυναικείες φορεσιές αποτελούν συνέχεια της βυζαντινής ενδυμασίας, αλλά έχουν δεχτεί επιδράσεις, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση. Μοιάζουν και με τις αντίστοιχες ενδυμασίες των γειτονικών λαών. Εντυπωσιάζουν με την αφάνταστη ποικιλία τους και την πολυχρωμία τους. Σε γενικές γραμμές, οι γυναικείες φορεσιές ήταν καλαίσθητες, στολισμένες με πολλά κεντήματα και πολύ πιο προσεγμένες από τις ανδρικές.

15 Σε κάθε τόπο, σε κάθε επαρχία, συναντάμε δύο και τρείς παραλλαγές της ίδιας τοπικής φορεσιάς. Κύριο στοιχείο τους είναι το πουκάμισο, ένα φόρεμα με μανίκια, που αντίθετα με το ανδρικό, είναι μακρύ και φοριέται κατάσαρκα. Πάνω από αυτό φορούσαν είτε
 -το καβάδι, ένα μακρύ, λινό ή μεταξωτό, φόρεμα με μανίκια, ανοιχτό μπροστά, είτε το σιγκούνι, ένα ολόμαλλο ρούχο, επίσης ανοιχτό μπροστά αλλά χωρίς μανίκια, που προτιμούσαν στις περιοχές με πιο ψυχρό κλίμα. Λέγεται ότι οι γυναίκες δεν το αποχωρίζονταν ούτε στον ύπνο τους, θεωρώντας ντροπή να τις δει άντρας χωρίς αυτό!

 Ορόσημο στο γυναικείο ντύσιμο μετά την επανάσταση υπήρξε και η καθιέρωση της γυναικείας φορεσιάς «Αμαλία», που πήρε το όνομα της από την πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας, που τη φορούσε η ίδια ως παραδοσιακό αυλικό ένδυμα σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις. Η φορεσιά της Αμαλίας, μεταμορφώθηκε σ΄ ένα ένδυμα ρομαντικού τύπου που βασιζόταν στην αστική φορεσιά της Πελοποννήσου, η οποία φοριόταν και στην Αττική.

…………………………

 Υφαντές και υφαντική τέχνη

Καμιά από τις μορφές της ελληνικής λαϊκής τέχνης δεν παρουσιάζει τόσο έντονο τοπικό χρώμα και τόσες ποικιλίες, όσο η φορεσιά. Τα θαυμαστά πλουμιστά πουκάμισα και τα κεντητά στον αργαλειό υφαντά, τα πλεκτά εργόχειρα φανερώνουν εκτός από την καλλιτεχνική ευαισθησία και τεχνική αρτιότητα.

 Όλα τα ενδύματα της εποχής αυτής είναι φτιαγμένα με το χέρι κυρίως από γυναίκες αλλά κάποτε και από άνδρες ραφτάδες . Ο αργαλειός και η ρόκα αποτελούσε μέρος της ίδιας της ζωής και δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Οι γυναίκες μάθαιναν την τεχνική του γνεσίματος, της υφαντικής και του κεντήματος από τις μητέρες και τις γιαγιάδες τους που κι αυτές ήταν φορείς μιας μακράς παράδοσης. Οι γυναίκες που είχαν καλή επίδοση στην υφαντική θεωρούνταν προικισμένες !

Μεγάλη άνθιση της ελληνικής υφαντικής τέχνης παρουσιάζεται το 18°και 19°αιώνα, όταν η υφαντική τέχνη από γυναικεία και οικιακή τέχνη, οργανώνεται σε αντρική βιοτεχνία για την κάλυψη όχι μόνο των οικιακών αναγκών αλλά και των εξαγωγικών απαιτήσεων. Αναπτύσσεται έτσι ένα ολόκληρο σύστημα παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας υφαντών. Σε όλη τη χώρα αλλά κυρίως στα ορεινά της Θεσσαλία και της Ηπείρου (Αμπελάκια, Αγιά, Άγραφα, Βλαχοχώρια) κατασκευάζονται υφαντά μάλλινα, βαμβακερά, μεταξωτά, ακόμη και χρυσοΰφαντα, περίφημα και περιζήτητα εργόχειρα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Για να γίνει το ακατέργαστο μαλλί κατάλληλο για ένα υφαντό έπρεπε να ακολουθηθεί μια αρκετά δύσκολη διαδικασία επεξεργασίας με χρήση πολλών και διάφορων δύσχρηστων εργαλείων (λανάρια, ανέμες,ρόκες, αδράχτια, τσικρίκια…)

 Κατά μήκος των ποταμών κυρίως στα ορεινά αναπτύσσεται ένας εντυπωσιακός αριθμός νεροτριβών, μαντανιών δίπλα σε νερόμυλους, αλλά 16και εξελιγμένες τεχνικές για την κατεργασία των μαλλιών προβάτων και κατσικιών αλλά και του μεταξιού και του βαμβακιού από τον κάμπο, με αργαλειούς, λαναρεία, βαφεία, περίτεχνες ρόκες γνεσίματος...

 Οι άντρες ραφτάδες -καποτάδες περιόδευαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και ήταν πλανόδιοι, δεν είχαν δικά τους μαγαζιά, αλλά δούλευαν και κοιμούνταν στα σπίτια, όπου πήγαιναν. Έμεναν για εβδομάδες ή για μήνες, αν επρόκειτο για πλούσιες γαμπριάτικες, νυφιάτικες ή γιορτινές φορεσιές, στα σπίτια των πελατών τους, τους είχαν σε μεγάλη υπόληψη και εκτίμηση. Οι ραφτάδες σε αντίθεση με τους καποτάδες κεντούσαν και στόλιζαν τα υφάσματα .Τον 18ο αι. περίπου η τέχνη τους απέκτησε μόνιμη στέγη, που σημαίνει ότι οι τεχνίτες δούλευαν πλέον σε δικά τους μαγαζιά. Δέχονταν και ξένες παραγγελίες, κυρίως από χώρες των Βαλκανίων αλλά υφαντά τους έφταναν μέχρι το Κάιρο και το Λονδίνο. Λέγεται ότι και ο Μ. Ναπολέων παρήγγειλε για τις ανάγκες του στρατού του κάπες από τα εργαστήρια των Αγράφων και της Ηπείρου.

 Διάφορες συντεχνίες ραφτάδων και καποτάδων λειτουργούσαν σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

…………………………

 Η φουστανέλα είναι το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, ποτισμένη με αγώνες, θυσίες, ηρωισμούς και μεγαλείο. Τιμήθηκε από την Κλεφτουριά, τους Καπεταναίους και τα παλικάρια στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς και είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τον Ξεσηκωμό. Έγινε τραγούδι, χορός, ζωγραφιά, σύμβολο, φόβητρο για τους εχθρούς, στολή των γενναίων, στερνός και αχώριστος σύντροφος των ηρώων.

Στο επόμενο: «Εφιάλτες» και ολοκαυτώματα την εποχή του Αγώνα

  

Προηγούμενα αφιερώματα:

 - Α' ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821. Τα όπλα των Αγωνιστών

 - Β’ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821. «Οι λαβωματιές του ‘21» Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των Αγωνιστών

 - Γ’ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821. Ο έρωτας στα χρόνια της επανάστασης του 1821!

 

  Θα μας βρείτε και στα κοινωνικά δίκτυα: 
 
01 Masthead
 
02 Twitter 2
 
03 F B
 
04 Youtube   05 flickr  

Ο καιρός στο Καταφύλλι

01 Faslis Xristos

Σελίδες μελών
Πρωτοσέλιδα
Δι@ύγεια - Δήμος Αργιθέας
Αποφάσεις και πράξεις στο Διαδίκτυο, μέσω του προγράμματος Δι@ύγεια
Δήμος Αργιθέας
Εθνικές εκλογές Ιουλίου 2019
Αυτοδιοικητικές εκλογές 2019
Εκλογές Σεπτ. 2015
Εκλογές 2014
Εκλογές 2012
Τελευταία άρθρα