Ένα νοσταλγικό κείμενο για την μεταπολεμική γενιά! Στην καλοτάξιδη νέα εφημερίδα: «Αργιθέα» του πατριώτη καλού δημοσιογράφου Λάμπρου Ι. Πολύζου.
Το άρθρο του κ. Πολύζου
Το καφενείο του Παύλου
Οι άνθρωποι είναι ο τόπος. Οι άνθρωποι που δέθηκαν με έναν τόπο. Που τον ημέρωσαν, τον έκαναν καταφύγιό τους, που τον έκαναν κατοικήσιμο, που τον άφησαν. Λείπουν, αλλά είναι εκεί. Περνάς από ένα σπίτι ερειπωμένο, και θυμάσαι μια μέρα γιορτής που ήσασταν όλοι μαζεμένοι. Να εκεί, στην πλαγιά, που σήμερα είναι όλη καλυμμένη από βάτα και αγριόχορτα
Όλα τα τοπόσημα είναι διάβες ανθρώπων. Γεγονότα και συναντήσεις αξιολογημένες, απαράγραπτες, στο σκληρό δίσκο της εφηβείας και μετέπειτα της ενηλικίωσης. Αφηγήσεις και καλαμπούρια, ιστορίες καφενείων που είναι σαν να τις ακούσαμε χτες. Και προσπαθούμε να τις αναστήσουμε τα καλοκαίρια μας, με τον τρόπο που μάθαμε, μιμούμενοι και το ύφος, το χρώμα της φωνής που ηχεί ακόμη στα αυτιά μας. Οι τόποι είναι οι ίδιοι, ή σχεδόν ίδιοι, αλλά οι άνθρωποι λείπουν.
Το καφενείο του Παύλου είναι ακόμη εκεί. Ένα σκέλεθρο, τσίγκοι και ξύλα που θυμίζουν την πρόχειρη κατασκευή που ήταν από μιας αρχής, τα 10-12 τετραγωνικά εσωτερικού χώρου συν η μικρή υπερυψωμένη αυλή, που ήταν τόπος συνάντησης ενός ολόκληρου χωριού. Άνοιξε το 1970 και έκλεισε το 2003, δεν αποτέλεσε ποτέ μέσο βιοπορισμού, μόνον τόπο συνάντησης. Εκείνες τις εποχές, στα Ρόγκια, από τους Αγίους Αποστόλους και επάνω, έμεναν μόνιμα 50-60 άτομα. Σήμερα μένουν το πολύ 12. Τα καλοκαίρια μαζεύονταν πάνω από 150. Στο καφενείο, όμως, έρχονταν κόσμος κι από άλλους οικισμούς, ανέβαινε κόσμος κι από τα Βραγκιανά, ιδίως από όταν άνοιξε ο δρόμος και συντομεύτηκε η απόσταση.
Θυμάμαι ένα βράδυ Αυγούστου, πρέπει να ήταν το 90. Με τσίπουρο και μεζέ κονσέρβα, μια παρέα άνω των 20 ατόμων. Ο καθένας είχε να πει μια ιστορία, με νεράιδες που λούζονταν στα ρέματα, με καβαλάρηδες σε περήφανα άτια, με συμπεθεριακά που περνούσαν νύχτα, άνθρωποι και στοιχειά μαζί, σε έναν φιλόξενο τόπο. Θυμάμαι ότι κανείς δεν αισθάνθηκε έκπληξη, δεν υπήρχαν απορίες για αυτό το υπερφυσικό που περιγραφόταν ως μια συμβιωτική πραγματικότητα. Θυμάμαι κι άλλες φορές, με τη συζήτηση να κυλάει σαν ήσυχο ποτάμι, τις ιστορίες να διαδέχονται η μια την άλλη, στο καφενείο του Παύλου ή σε άλλα καφενεία. Που πλέον λείπουν…
Διαβάστε την εφημερίδα ΕΔΩ:










