Γράφει ο Απόστολος Κων. Καρακώστας
Από χρόνια ήθελα να επισκεφθώ και να δω από κοντά την ξακουστή Βίνιανη των Αγράφων, πρωτεύουσα για λίγους μήνες της κυβέρνησης της Αντίστασης στην κατοχή.
Στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλές αναρτήσεις που πληροφορούν με πολλές λεπτομέρειες γεωγραφικές, ιστορικές, γεωλογικές, πληθυσμιακές και άλλα πολλά τον αναγνώστη.
Τίποτα όμως δεν αναπληρώνει την επιτόπου περιήγηση, στα χορταριασμένα μονοπάτια που τα περπατάνε μόνο δυο κάτοικοι του χωριού, η Ελένη και ο αδελφός της Μήτσος. Και τα βοσκάνε δυο γελάδια και ένα μικρό μοσχάρι, τα μόνα ζωντανά από ότι είδα.
Φυσικό τοπίο, παράδεισος για φωτογράφους και ανθρώπους που αποζητούν την ηρεμία.
Ήταν μια βόλτα στο παρελθόν, σε ένα όμορφο χωριό που πριν 60 χρόνια το ταρακούνησε ο σεισμός και
Στην βόλτα μου στην Βίνιανη, σε κάθε εγκαταλειμμένο σπίτι που αντίκρισα σκεφτόμουν τις δραματικές στιγμές που βίωσαν οι κάτοικοι όταν έγινε ο σεισμός. Ένοιωσα την αγωνία τους των στιγμών εκείνων και των αμέσως επόμενων ημερών για τους επόμενους σεισμούς που ακολούθησαν.
Και έζησα ξανά και σιωπηρά τις δραματικές στιγμές που βίωσα κι εγώ, στο χωριό μου την Πετρώνα Ορεινού Βάλτου του Δήμου Αμφιλοχίας, όπως και οι κάτοικοι της Βίνιανης, στο μακρινό παρελθόν. Στιγμές μιας περιόδου που θα θυμάμαι μέχρι να πεθάνω.
Τότε που γέμιζε νερό το φράγμα των Κρεμαστών στον Αχελώο και είχαμε στην περιοχή Ευρυτανίας και Ορεινού Βάλτου αμέτρητους - εκατοντάδες - μικρούς σεισμούς εγκατακρημνίσεως κάθε μέρα… Και κάπου κάπου και κανέναν μεγάλο, όπως αυτόν στην Βίνιανη τον Φλεβάρη του 66 και στην Πετρώνα τρεις μήνες αργότερα, τον Μάη.
Τότε το «Τσογκάρι» (βουνό πάνω από την Πετρώνα) άνοιξε στην κορυφή και κατρακύλησαν τεράστιοι ογκόλιθοι μέχρι κάτω στην λαγκαδιά 200 μέτρα χαμηλά. Σκοτώθηκε μπροστά μου ο Χρυσόστομος Κοντοβάς, ενώ γλυτώσαμε ο Πέτρος Αλέξη Τσίρος και τα δυο του μουλάρια, ο γυφτοβαγγέλης (σιδηρουργός) Βαγγέλης Νάσης κι εγώ που ήμασταν πάνω στο μονοπάτι, το ανηφορικό προς Πετρώνα και στην πορεία των βράχων που κατρακύλησαν…
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
Εγώ μάλιστα γλύτωσα από δυο κινδύνους. Δευτερόλεπτα πριν γίνει αντιληπτός ο σεισμός, τα μουλάρια τον διαισθάνθηκαν πριν από μας, έδωσαν ένα τεράστιο σάλτο, κόψανε τις ζώστρες και απαλλάχτηκαν από τα σαμάρια τους και τις ογδόντα οκάδες καλαμπόκι, που ήταν φορτωμένα το καθένα και όρμησαν στο μονοπάτι προς τα πίσω, καταπάνω μου.
Γλύτωσα πηδώντας πίσω από μια μεγάλη πέτρα. Συγχρόνως ακούστηκε ένας μεγάλος υπόκωφος ήχος. Κοιτάζοντας προς τα πάνω είδα το βουνό να ανοίγει, τα τεράστια βράχια να αιωρούνται για 2 - 3 ατελείωτα δευτερόλεπτα και μετά να πέφτουν στην βάση του Τσογκαριού και να κυλάνε στην πλαγιά προς τα κάτω.
Ο Χρυσόστομος εκείνη την ημέρα - για κακή του τύχη - άλλαξε το δρομολόγιό του για το πάνω πηγάδι της Πετρώνας. Λίγα λεπτά πιο πριν, όταν τον ρώτησα γιατί πάει προς τα πάνω με την βαρέλα στον ώμο και όχι προς τα πέρα προς το πηγάδι, μου είπε ότι δεν πήρε μαζί του το πρωί το κολατσιό του και πάει πάνω στο χωριό να πάρει το σακούλι του και να κατέβει μετά στο πηγάδι, να γεμίσει την βαρέλα με νερό και να την φέρει στο λατομείο, να πιούν οι εργαζόμενοι τρώγοντας το πρωινό κολατσιό τους. Μπροστά μου αντάλλαξαν ο Πέτρος, ο Χρυσόστομος και ο Γυφτο - Βαγγέλης καπνοσακούλες και τσιγαρόχαρτα, έστριψαν και άναψαν τις τσιγάρες τους, δοκιμάζοντας ο καθένας τον καπνό του άλλου.
Ο Χρυσόστομος και ο Πέτρος, που τραβούσε με μια τριχιά τα φορτωμένα μουλάρια, τράβηξαν προς τα πάνω και ο Βαγγέλης προς το λατομείο.
Δέκα μέτρα πιο πάνω ο Χρυσόστομος σταμάτησε και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας προς τα πάνω με έκπληξη τα βράχια που έρχονταν κατά πάνω του… Σε πέντε δευτερόλεπτα έπεσε νεκρός χτυπημένος από πέτρες…
Ο Πέτρος που ευτυχώς δεν είχε περασμένη στον καρπό του χεριού του θηλειά την άκρη της τριχιάς από το χαλινάρι του πρώτου μουλαριού - αλλιώς θα τον παράσερνε - έσκυψε κάτω από μια πεζούλα και γλύτωσε. Πέτρες πέρασαν πηδώντας από πάνω του.
Ένας τεράστιος βράχος περίπου 30 - 40 τόνων προσγειώθηκε και σταμάτησε ως εκ θαύματος πάνω από την πεζούλα. Μπήχτηκε στο λίγο χώμα που ήταν εκεί και το πέταξε πάνω στον Πέτρο χώνοντάς τον…
Για χρόνια πολλά έκτοτε άναβε κεριά σ’ αυτό το σημείο.
Σε μένα έφθασε βροχή από αμέτρητα χαλίκια και μικρές πέτρες που πετούσαν στον αέρα γύρω από τον βράχο που με έσωσε.
Τα τεράστια βράχια που κύλησαν στην λαγκαδιά έσπασαν τις θεόρατες αριές και πουρνάρια με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο ενώ πέτρες πέφτανε από το τσογκάρι για αρκετή ώρα…
Την νύχτα εκείνη δεν μπορούσα να κοιμηθώ από την λύπη μου για τον φίλο και συγχωριανό μου και την συναίσθηση του κινδύνου που πέρασα. Ξενύχτισα και κάποια στιγμή, με το φως από τον φακό μου, έγραψα τον πρώτο μου επικήδειο λόγο για τον Χρυσόστομο. Το πρωί μάζεψα αγριολούλουδα και λίγα τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα από τις γλάστρες της μάνας μου και έφτιαξα ένα μικρό στεφάνι με κληματσίδες. Το έβαλα στο φέρετρο του Χρυσόστομου στην εκκλησία και διάβασα αυτά που έγραψα την νύχτα, όταν κάναμε την κηδεία του στην Πετρώνα.
Η κόρη του αδικοχαμένου Χρυσόστομου η Ερμιόνη, κλαίγοντας με αγκάλιασε και μου είπε ότι και οι δυο μας μείναμε ορφανοί από πατέρα… Ο δικός μου είχε πεθάνει στα 54 χρόνια του τον Φλεβάρη λόγω των κακουχιών του πολέμου… (Κρυοπαγήματα τον χειμώνα του σαράντα στα βουνά της Αλβανίας, τραύματα από πυρά ενέδρας των Ιταλών σε νυχτερινή αναγνωριστική περιπολία ξημερώνοντας Χριστούγεννα «προ Τεπελενίου». Καταναγκαστική εργασία τα επόμενα χρόνια στα κάτεργα της Σαρδηνίας σαν αιχμάλωτος πολέμου των Ιταλών…)
Στην κηδεία ήρθαν όλοι οι συγχωριανοί μας, συμπαραστάθηκαν και πολλοί κάτοικοι από τα γύρω πληγωμένα από τον σεισμό χωριά.
Όλα τα σπίτια του χωριού έπαθαν ζημιές, άλλο πολύ άλλο λιγότερο. Το κράτος έδωσε σε κάθε οικογένεια 5 χιλιάδες Δραχμές και όλοι φτιάξαμε «αντισεισμικές» ξύλινες καλύβες με τσίγκια. Ο τύπος της εποχής αργότερα έγραψε για τις τσίγκινες παράγκες της Πετρώνας!
Τα επόμενα χρόνια στους κατοίκους του Τριπόταμου, Αλευράδας και Πετρώνας, δόθηκαν οικόπεδα στα Τριαντέϊκα Αγρινίου τα οποία πλήρωσαν προς 18.000 Δραχμές (για να πάρουν την κυριότητα), και το κράτος έδωσε χρηματική βοήθεια ανάλογη με τα άτομα της οικογένειας και έκτισαν σπίτια.
Τότε πολλοί κάτοικοι δεν θέλανε να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, θέλανε να λάβουν βοήθεια και να ξανακτίσουν τα σπίτια τους. Πολλοί όμως θέλανε να πάνε «πιο κάτω» προς το Αγρίνιο να μάθουν τα παιδιά τους γράμματα και να δουν καλύτερες μέρες απ’ ότι στα απομακρυσμένα από τον πολιτισμό χωριά τους.
Όλοι σχεδόν διατήρησαν τα μισοκατεστραμένα σπίτια τους στα χωριά, τα επισκεύασαν με πολύ κόπο όσο μπορούσαν και διατήρησαν τον δεσμό τους με τον τόπο που γεννήθηκαν.
Με πολλούς συναντιόμαστε στα πανηγύρια, στις εκλογές και στις κηδείες όσων επιθυμούν να επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν...
Οι επόμενες γενιές που γεννήθηκαν κάτω στον κάμπο «αντέχουν» μια επίσκεψη στο χωριό στο τόσο - για λίγες ώρες - περισσότερο για να κάνουν το χατίρι των γονιών και παππούδων. Δέθηκαν με την περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι πρόγονοί τους.
Στην Βίνιανη όμως συνέβη το αντίθετο. Επιλέχθηκε μια ασφαλής γεωλογικά περιοχή μόλις πέντε χιλιόμετρα από την παλιά Βίνιανη για μετεγκατάσταση. Εκεί σχεδιάστηκε ρυμοτομικά και κτίστηκε ένα σύγχρονο χωριό με άνετους δρόμους και πλατείες.
Είναι πανέμορφος τόπος και προσελκύει πολλούς επισκέπτες ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Από το Αγρίνιο απέχει περίπου 100 χιλιόμετρα που καλύπτεται σε μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο.
Η πρώτη μου επίσκεψη στην παλιά Βίνιανη δεν ήταν αρκετή. Ελπίζω στην επόμενη να περπατήσω στο φαράγγι του Μέγδοβα, στους καταρράκτες και μέχρι κάτω στην παλιά γέφυρα, περίπου 3 χιλιόμετρα από το μονοπάτι.
Αλλά πριν πάω θα πρέπει να μάθω πότε θα είναι ανοιχτό το μουσείο της Εθνικής Αντίστασης στο παλιό Δημοτικό Σχολείο. Εκεί φυλάγονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία για τις δύσκολες τότε μέρες, που για τις νεότερες γενιές είναι τυλιγμένες με ηρωικό ρομαντισμό.
Να θυμίσουμε εδώ ότι Στην Βίνιανη στις 14 Νοεμβρίου του 1942 έγινε η συνάντηση του Άρη Βελουχιώτη που πήγε εκεί από την Φραγκίστα και των Ναπολέων Ζέρβα και Κρις Γουντχάουζ. Ο Ζέρβας ήταν επικεφαλής 60 - 70 ανταρτών με καταγωγή κυρίως από τα χωριά του Ορεινού Βάλτου (πολλοί Χαλκιοπουλίτες και από την Πετρώνα ο οπλαρχηγός Αθανάσιος Μπρέσιακας και ο Νικόλαος Καρατσικάκης). Έφθασαν στην Βίνιανη περπατώντας πάνω από βουνά και λαγκαδιές μέσω Αργύρι, Βούλπης και Κερασοχωρίου. Και αφού «τα βρήκαν» με τον Άρη ξεκίνησαν μαζί με άλλους 90 αντάρτες του και περπάτησαν τις επόμενες δυο μέρες κουβαλώντας τα εκρηκτικά για την ανατίναξη της γέφυρας της Παπαδιάς. Αυτή όμως φυλαγόταν από 1.200 Ιταλούς στρατιώτες. Έτσι τελικώς επέλεξαν την γέφυρα του Γοργοποτάμου που είχε μικρότερη φύλαξη από 90 Ιταλούς και λίγους Γερμανούς. Η ανατίναξη έγινε στις 25 προς 26 Νοεμβρίου. Αυτή η επιχείρηση αποτέλεσε την μεγαλύτερη αντιστασιακή επιτυχία της ενωμένης - για λίγο - Εθνικής Αντίστασης.
Α.Κ.Κ.
Ταξιδέψτε στην παλιά Βίνιανη με τη βοήθεια του φωτογραφικού φακού του Απόστολου Κ. Καρακώστα

































































