Γράφει η Βασιλική Μπενέκη
Κοινωνική Λειτουργός του κέντρου κοινότητος Βραγκιανών Του Δήμου Αργιθέας
Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud το άγχος οφείλεται σε ενδοψυχική σύγκρουση. Θεωρείται ως απάντηση του εγώ σε απαγορευμένες, ασυνείδητες ενορμήσεις που έρχονται σε σύγκρουση με το εγώ και το υπερεγώ ή την πραγματικότητα. Η ψυχαναλυτική θεωρία παρουσιάζει το άγχος ως έννοια - κλειδί στην θεωρία ότι η διαντίδραση ανάμεσα στην εξωτερίκευση και στην χαλιναγώγηση των ενστίκτων συνιστά την βάση των δυναμικών στοιχείων της ψυχανάλυσης.
Ο Rogers αναφέρει ότι το άγχος προέρχεται από τις εμπειρίες που βρίσκονται σε δυσαρμονία ή δεν είναι
Η ντροπή έχει οριστεί από τον Lews ως ένα οδυνηρό συναίσθημα που οφείλεται είτε στη δράση και σκέψη του ίδιου του ατόμου, είτε σε πράξη ενός άλλου. Αυτό το έναυσμα πρόκλησης, επομένως, δηλώνει ότι η ντροπή είναι ένα συναίσθημα με εσωτερικά και εξωτερικά αίτια. Οι ερευνητές Tangney και Dearing που το 2002 επιχείρησαν να ορίσουν την ντροπή αναφέρουν πως το συναίσθημα αυτό είναι ναρκισσιστικό. Το άτομο που έχει ντροπή ανησυχεί και ασχολείται με το δικό του συναίσθημα χωρίς να δρα με ενσυναίσθηση για την κατανόηση του συναισθήματος του άλλου. Παράδειγμα ντροπής αποτελούν τα αισθήματα μειονεξίας ή ανεπάρκειας κατά την διεξαγωγή μιας διάλεξης ή η κοινωνική απόσυρση.
Η ντροπή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την ενοχή, η οποία όμως είναι πιο προσαρμοστική και το άτομο που την βιώνει προβαίνει σε υποθέσεις για τα συναισθήματα και τις σκέψεις του άλλου στον οποίο νιώθει υπόλογο.
Κάνοντας μια αναφορά στην διάκριση των όρων μπορούμε να πούμε ότι η ντροπή βιώνεται μόνο όταν τα αίτιά της γίνονται δημόσια, γνωστοποιούνται δηλαδή σε τρίτους. Αντίθετα, η ενοχή θεωρείται ότι βιώνεται ιδιωτικά και προσωπικά, δεν απαιτεί δηλαδή την γνωστοποίηση των αιτίων της. Και η θεωρία αυτή είναι αβάσιμη καθώς μελετητές όπως ο Dearing κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάθε άτομο μπορεί να βιώνει τα συναισθήματα αυτά τόσο στην ιδιωτική όσο και στην δημόσια ζωή.
Η ντροπή, σύμφωνα με έρευνες, είναι αιτία για τα αισθήματα ανεπάρκειας, μειωμένης αυτοεκτίμησης, αμηχανίας και αγανάκτησης. Το άτομο είναι ευάλωτο στο συναίσθημα σε διάφορες καταστάσεις οι οποίες σταδιακά το αποδυναμώνουν ως προς το να δρα με δυναμισμό στην έκθεση συγκεκριμένων ερεθισμάτων. Τέτοια ερεθίσματα είναι η εργασία, οι διαπροσωπικές σχέσεις και το βίωμα μετατραυματικών στρεσσογόνων καταστάσεων, όπως είναι το πένθος. Συνοδά συμπτώματα με αυτά της ντροπής μπορεί να είναι η κατάθλιψη, το γενικότερο άγχος, η εφίδρωση και η ταχυκαρδία.
Ένα παιδί που βιώνει ντροπή έρχεται αντιμέτωπο με μια απειλή για τον ίδιο του τον εαυτό. Αναζητά συνεχώς την αποδοχή από τους άλλους ενώ σπάνια νιώθει ικανοποιημένο από τον ίδιο του τον εαυτό. Έχοντας ένα εγγενή φόβο για την κριτική που θα λάβει από τους άλλους, καταφεύγει συχνά στην απομόνωση και την παραίτηση, αποφεύγοντας την συναναστροφή και αλληλεπίδραση με τρίτους και φυσικά την σύναψη φιλικών σχέσεων.
Η ντροπή, το κοινωνικό άγχος και η κατάθλιψη είναι αλληλοεπιδρώμενες μεταβλητές. Ειδικότερα, η ντροπή οδηγεί στο κοινωνικό άγχος και στην κατάθλιψη, ενώ το κοινωνικό άγχος ενισχύει και ενισχύεται από την κατάθλιψη. Και τα τρία αυτά στοιχεία ως αλληλοεπιδρώμενα, δύνανται να συνοδεύουν το άτομο στην μετέπειτα εφηβική και ενήλικη ζωή του.
Σε ό,τι αφορά τους τρόπους αντιμετώπισης του κοινωνικού άγχους και της ντροπής, τα άτυπα δίκτυα υποστήριξης καλούνται να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο. Ιδιαίτερα, η οικογένεια οφείλει να συνδράμει ηθικά τα νεαρά μέλη της μοιράζοντας εποικοδομητικό αλλά και ελεύθερο χρόνο μαζί τους. Αλλά και το ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον πρέπει να κινητοποιεί τα άτομα που πάσχουν από ντροπή σε κοινωνικές δραστηριότητες, όπως είναι ο αθλητισμός.
Αλλά και το σχολείο δεν οφείλει να μεταδίδει μόνο ξηρές γνώσεις αλλά και να γαλουχεί τους μαθητές με κοινωνικές αξίες και αρχές όπως αυτές της ισότητας, του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα, τα σχολεία που υποδέχονται μαθητές από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα πρέπει να εμφυσούν στους μαθητές την συνεργατικότητα, την αλληλεγγύη και την αποδοχή του διαφορετικού. Εξάλλου, οι κοινωνικοί λειτουργοί οφείλουν να συνδράμουν σε αυτό. Συνάμα οφείλουν να ενθαρρύνουν τους μαθητές που υποφέρουν από κοινωνική φοβία να συμμετέχουν σε κοινές δράσεις με τους υπόλοιπους μαθητές και να κινητοποιούν τους τελευταίους στο να τους αποδέχονται. Επίσης, το μάθημα της αγωγής του πολίτη οφείλει να συμβάλλει σε αυτό. Αλλά και η εισαγωγή μαθήματος για την πρόληψη και εκτόνωση του κοινωνικού άγχους και της αγοραφοβίας συντελεί στην πρόληψη του τελευταίου.
Πέρα από τα άτυπα δίκτυα υποστήριξης ειδικοί επιστήμονες οφείλουν να συνδράμουν στην άμβλυνση του φαινομένου. Ιδιαίτερα, οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι, υιοθετώντας την κατάλληλη θεραπεία και συμβουλευτική όπως είναι η γνωσιακή θεραπεία, η φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμός των τελευταίων, η συμπεριφορική θεραπεία και η ψυχανάλυση. Επιπλέον χρειάζεται και κατάλληλη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινωνικού περιβάλλοντος από κοινωνικούς λειτουργούς μέσα από ημερίδες ενημέρωσης-ευαισθητοποίησης.
Τέλος, οι τοπικές αρχές και η κοινότητα ωφέλιμο είναι να προάγουν προγράμματα πρόληψης αλλά και θεραπείας της αγοραφοβίας. Τέτοια μπορεί να είναι η συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες όπως η γυμναστική, η κολύμβηση και η εκμάθηση παραδοσιακών χορών. Επιπλέον, τα Μέσα Ευρείας Ενημερώσεως ωφέλιμο είναι να προβάλλουν ενημερωτικές εκπομπές - ντοκυμαντέρ αλλά και προγράμματα προαγωγής της ανθρώπινης υγείας για την πρόληψη του φαινομένου του κοινωνικού άγχους και της αγοραφοβίας.







