Το Λεοντίτο Αργιθέας με τα μάτια ενός περιηγητή στα μέσα του προηγούμενου αιώνα!
Γράφει ο Βασίλης Λ. Τσιουραντάνης
Ο συγγραφέας, διηγηματογράφος και περιηγητής Τάσος Ζάππας, βραβευμένος από την ακαδημία Αθηνών, στο βιβλίο του ¨Δικοί μας και ξένοι τόποι» περιγράφει τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στην Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Αυστρία, Ελβετία, βέλγιο, Σλοβενία, Κροατία, Ρουμανία, Τσεχοσλαβακία, Τουρκία, Ουγγαρία, Γερμανία, Πολωνία, Ρωσία . Στο βιβλίο του περιλαμβάνονται και οι εντυπώσεις μόνο από δυο ταξίδια στην Ελλάδα: το Άγιον Όρος και τ΄ Άγραφα!
Από τις 8 σελίδες που αφιερώνει στ ΄ Άγραφα στις τέσσερις περιγράφει όσα είδε και έζησε στο χωριό Λεοντίτο στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα.
Δεν είχε σχολάσει ἡ ἐκκλησιά σαν ἔφτασα στὸ Λεοντίτο, ένα γελούμενο χωριό στα νότια της Καράβας. Κάθισα ἀποσταμένος στὸ μικρὸ πεζούλι. Με σίμωσαν οι χωριανοί κι ἀρχινήσαμε λιανοκουβέντα. Σήμερα δὲν ἦταν καματερή κι ὅλοι τους ήταν στὴν ἐκκλησιά παγεμένοι. Κατόπι, μια χούφτα ἄντρες και ξοπίσω γυναῖκες, μᾶς ζυγώσανε καὶ μᾶς μοιράσαν ὁ ἕνας σταρένιο ψωμί ἀπό συλλείτουργα, καλοκοσκινισμένο και καλοζυμωμένο, ὁ ἄλλος του λουμοτύρι, ύστερα τσίπουρο και κόλλυβα, νὰ ποῦμε συχώρια. Τὴ συνήθεια να στρώνουνται στο φαγοπότι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά στὰ μνημόσυνα, τη συντυχαίνουμε σὲ πολλὰ μέρη με διάφορες παραλλαγές.
Κατοπινά κατηφόρισα στην πλατεία μὲ τὸ μεγάλο πλάτανο, ποὺ διαφεντεύει ὁλάκερο το χωριό, κι ἔκανα παρέα μὲ τοὺς γερόντους μὲ τὴν τετράσοφη πείρα. Τοῦτο δῶ τὸ πλατάνι ζεῖ πάνου ἀπὸ πέντε αἰῶνες ολόγερο, δίχως μια κουφάλα πουθενά. Τα πλατάνια κι οι γερόντοι, εἶναι σὲ κάθε χωριό τὸ ἱστορικὸ ἀρχεῖο. Από κει μέσα θα ψαρέψεις το πλούσιο υλικό για τις εποχές που διάβηκαν, για τις φυσιογνωμίες που πέρασαν, γιὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ τόπου, γιὰ τὴν ἀντρειὰ τῶν παλικαριών του, γιὰ τὰ συνήθια πού σβήσανε. Καὶ ἦταν ἡ κουβέντα τούτη τῶν γερόντων ἀργή, σάματις να 'ταν βαριά τροκάνια ποὺ ἀκουγόνταν στὸ μακρινό λόγγο.
Ύστερα πῆρε τὸ λόγο ο δάσκαλος τοῦ χωριοῦ, ταξιδεμένος καὶ διαβασμένος ἄνθρωπος, νὰ μοῦ μιλήσει γιὰ τὸ σπίτι τοῦ γέρο- Καραΐσκου -του πατέρα του Καραϊσκάκη-καὶ νὰ μοῦ δείξει κιόλας στὴν ἄκρια τοῦ χωριοῦ τὰ χαλάσματα που σώζονται ἀκόμα καὶ ἱστοράνε τα περασμένα. Κατόπι, δείχνοντάς μου τις πλατανόκλαρες, μοῦ λέει πώς ἐκεῖ ἀπάνου κρεμάγαν οἱ τουρκαρβανίτες ὅσους ἀπὸ τὸ σόι του Κατσαντώνη, που κατοικοῦσαν σὲ τοῦτο δῶ τὸ χωριό, ἀρνιόνταν νὰ τοὺς τὸν παραδώσουν ἢ νὰ τοὺς τὸν καταδώσουν. "Ανοιξα κουβέντα μὲ τὸ δάσκαλο.
-Στον ίσκιο τουτουνού του γεροπλάτανου, εἶπε, δροσίστηκαν κάποτες ὁ Στέφανος Γρανίτσας ποὺ σύγαζε το υλικό του να γράψει «τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἡμέρα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου» κι ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Κι οἱ δυὸ τοῦτοι ρουμελιώτες, περάσαν ἀπὸ τις δροσόχαρες τούτες μεριές, ζήσανε και μελετήσανε τα ρουμελιώτικα συνήθια, γευτήκανε τὴ ζωὴ τοῦ παρθένου λόγγου.
Έκανα νὰ φύγω, προτοῦ μεσημεριάσει, νὰ τραβήξω το δρόμο μου, μὰ οἱ Λεοντιτιανοὶ δὲν παίρνουν ἀπὸ κάτι τέτοια.
- Δὲ θὰ πᾶς πουθενά, εἶπε ὁ δάσκαλος. Δὲν εἶναι γιὰ δρόμο τώρα μὲ τὸ λιοπύρι. Τ' ἀπομεσήμερο, σὰ θὰ πέσει ὁ ἥλιος, ὁ δρόμος ἀνοιχτὸς θὲ νά 'ναι πάλι. Δὲ γινόταν αλλιώτικα. Το πήρα απόφαση να μείνω.
Κάτου ἀπ' τὸ γέρο πλάτανο, μια γυναίκα ἔφερε ἀπ' τὸ σπίτι τοῦ δάσκαλου κερήθρες καὶ μυρουδάτο τσίπουρο ἀπὸ κούμαρα θαρρῶ. Μοσχοβολιά έλατου εἶχε τὸ μέλι. Η μυθολογική ἀμβροσία ήτανε, λέει, ἐννιὰ φορὲς γλυκότερη ἀπ' τὸ μέλι κι εἶχε μαζί με τὴ γεύση «ἡδυτάτην ὀσμὴν», ὅμως δὲ μοῦ βολεῖ νὰ φανταστῶ πὼς μποροῦσε τάχα νά 'ναι πιο γλυκιά ἀπὸ τοῦτο δῶ τὸ μέλι, συναγμένο ἀπὸ τοὺς χυμοὺς τῶν ἐλατιῶν.
Σὰ μέστωσε το μεσημέρι, χιλιάδες τζιτζίκια κρεμάσανε στις φυλλωσιές τοῦ πλάτανου τα σουράβλια τους. Έπηξε η πλάση ἀπ' τὸ τραγούδι τους. Πέθαναν οἱ ἄλλοι ήχοι. Τότες κι ἡ σύναξη τῶν γερόντων χάλασε αγάλι.
- Καιρὸς νὰ παγαίνουμε κι ἐμεῖς, εἶπε ὁ δάσκαλος.
Κατηφορίσαμε στο σπίτι του, κάπου ἐκεῖ στὰ ριζά του χωριού. Καθίσαμε γύρω στο στρωμένο τραπέζι, κάτου ἀπ' τὸν παχύ ἴσκιο τῆς περγουλιάς, μὲ τὰ σταφύλια που κρεμόνταν γυαλιστερά πάνου ἀπ' τὰ κεφάλια μας.
Γύρω σε τούτους τους ρόδινους σταλαχτίτες οι μέλισσες πλέκαν ἕναν ἀνάερο πέπλο ἀπὸ βόμβο. Όμως -να ξομολογηθῶ τὴν ἁμαρτία μου-περσότερο κι ἀπὸ τὰ φλογάτα τσαμπιὰ τῶν σταφυλιῶν ποὺ κράδαιναν πάνου ἀπ' τὰ κεφάλια μας τὸ διονυσιασμό τους, κοίταζα τους μαύρους γυαλιστερούς. λὲς ἀπὸ στιλπνό έβενο, βόστρυχους τῆς κοπέλας ποὺ παιχνίδιζαν στὸν ἡλιοψημένο της τράχηλο, χάιδευαν τα πορφυρά της μάγουλα κι ήταν σὰ νὰ ψιθύριζαν κάτι στα λεπτά αφτιά της, ποὺ ἔμοιαζαν νάχουν τὴ διαφάνεια τῶν κοχυλιών. Ήταν μια γλυκιά κοπελιά πούχεν ἔρθει, στολισμένη τὰ σχολιανά της, νὰ δώσει ένα χέρι στην οἰκοδέσποινα. Τὰ μάτια της ήταν σκοτεινὰ κι ἀστραφτερά με μακριές κυρτές βλεφαρίδες, τα μάγουλα είχαν τὸ ξάναμμα τῆς ἀνοιξιάτικης τουλίπας και στα χείλια της, ποὺ ἦταν ὑγρὰ καὶ λαίμαργα, έμοιαζε νὰ πλανιέται μιὰν ὑποψία πρόσφατης πείρας! Έκανα πὼς ἔκανα, καὶ πάντα ἔβρισκα τάχα ἀφορμὴ νὰ ρίχνω κατὰ κεῖ ἔνοχη τὴ ματιά μου κι ἡ ἁμαρτωλή μου σκέψη περιεργαζόταν ποικιλότροπα και κορφολογοῦσε τ' ὀνειρεμένο πλάσμα που είχε τὴν ἐκρηκτική δύναμη τῆς ἄνοιξης. Η κάθε του γραμμή και ή κάθε του κίνηση ήταν μια φάση τῆς δοκιμασίας μου, μια μουσική ερεθιστική, ένα κρασί μεθυστικό ποὺ ἔκανε νὰ τινάζεται στις φλέβες βίαιο, χοχλακιστὸ τὸ αἷμα.
Το απομεσήμερο που κίνησα νὰ φύγω, ὁ δάσκαλος ποὺ μὲ ξένισε, μοῦ εἶπε:
- Τί νὰ σοῦ δώσω νὰ μᾶς θυμᾶσαι; Βάστα, ἂν σ ̓ ἀρέσει. τούτην ἐδῶ τὴν ἀγκλίτσα. Μπορεῖ νὰ σοῦ θυμίζει πως διάβηκες κάποτες ἀπ' τὸ Λεοντίτο. Καὶ ποῦ τὸ ξέρεις; Μονάχα τὰ βουνά δὲ σμίγουνε.
Καθώς σκαπέτισα πέρ' ἀπ' τὴ ράχη κι' ἔβλεπα μὲ τὴ ματιά μου, να γράφουνται ἀχνὰ κατὰ τὴν "Αρτα, σὰ γίγαντες, τρανά τα Τζουμέρκα, κι ολόγυρα να πέφτουν οἱ πρῶτοι ίσκιοι στα βαθουλώματα τῶν ἀγραφιώτικων βουνῶν, εἶπα πὼς ναί. Μιὰν ἀγκλίτσα, ἕνας καλοειπωμένος λόγος, μια βρύση, ένα πλατάνι, φτάνουνε κάποτες νὰ μᾶς γιομίσουνε τὴν ψυχή. Να δώσουνε χαρὰ καὶ νόημα στη ζωή μας.
Τὴ βάστηξα τὴν ἀγκλίτσα τοῦ δάσκαλου, ἀκριβό θυμητικό. ἀπὸ κάποιους ἀξέχαστους τόπους, στις φωτεινές κορφές, στις τσούκες καὶ στοὺς πράσινους βαθύσκιωτους λόγγους της Ρούμελης.
Τάσος Ζάππας
Ξένοι και δικοί μας τόποι.(εκδ. Μαυρίδης, σελ.224-227)
Βραβεύτηκε το 1982 με το Κρατικό Βραβείο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας
ΥΓ. Και βέβαια ο πολυσχιδής δάσκαλος Δημήτριος Μπολγούρας είναι γνωστός σε όλους στην περιοχή γιατί μια ολόκληρη γενιά Λεοντιτών έμαθε γράμματα από αυτόν αλλά ποια ήταν η νεαρή Λεοντίτισσα που μάγεψε τον περιηγητή ως άλλη Ναυσικά τον Οδυσσέα!!!








