23 - 05 - 2018
Καταφύλλι
Σύλλογοι
Είσοδος μελών
Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 112 επισκέπτες και κανένα μέλος

Παραπομπές
Ενημέρωση - ψυχαγωγία

Επιμέλεια δημοσίευσης: Παρθενία Κ. Χαρίτου, Κ. Π. Τσιάκαλος

Georgios Karaiskakis Με αφορμή την τιμητική εκδήλωση των Συλλόγων: των Απανταχού Καρδιτσιωτών και των Απανταχού Μαυρομματιανών Καρδίτσας καθώς και σχόλιο φίλου-αναγνώστη του katafylli.gr “γι’ αυτά που μάθαμε...”, αναδημοσιεύουμε άρθρο της εφημερίδας «Εμπεσιώτικη Φωνή», του αείμνηστου Κων/νου Ηλ. Χαντζιάρα.

 Για το άρθρο του ο Κων/νος Χαντζιάρας, χρησιμοποίησε στοιχεία της βιβλιογραφίας και διηγήσεις γεγονότων από τους γεροντότερους, που από στόμα σε στόμα μεταφέρθηκαν σ’ αυτούς και απ’ αυτούς σ’ εμάς.

 Σύμφωνα λοιπόν με τις διηγήσεις, η καταγωγή του Γεωργίου Καραϊσκάκη είναι από τη Μηλιά Σακαρετσίου, του ορεινού Βάλτου.

Περίληψη-στοιχεία από το άρθρο:

 H Mηλιά ήταν ένα χωριό στην Καλάνα με 80 περίπου οικογένειες κτηνοτρόφους-πολεμιστάδες. Είναι γνωστή η ιστορία για τη μάχη της Μηλιάς που έγινε το 1825, όταν ο Κιουταχής με τα παλικάρια του κατέβαιναν να ενισχύσουν την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αυτή η μάχη έγινε στο στενό Ρεσόρια όπου σκοτώθηκε ο Νίκος Μπακόλας και το παιδί του. Γνωστές οικογένειες της Μηλιάς τότε ήταν οι Μπακολαίοι, Λαλαγιώργου, Ίσκου, Ρεγκουταίοι, Ντιμισκαίοι κ.α.

 Οι κλέφτες Ντιμισκαίοι είχαν μια αδερφή τη Ζωίτσα, που ήθελαν να την ξεφορτωθούν και την έστειλαν καλόγρια σε μοναστήρι όπου εκεί άλλαξε το όνομά της σε Διαμάντω. Επειδή ήταν ζωηρή, οι συγγενείς της ήθελαν πάση θυσία, να την παντρέψουν και έτσι παντρεύτηκε, με προξενιό, τον Γιαννάκη Μαυρομάτη από το Μαυρομμάτι Καρδίτσας, όμως ο άντρας αυτός πέθανε και έτσι η Ζωίτσα πήγε στο μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου όπου συνέχισε τη σχέση της με τον Δ. ΄Ισκο κι έμεινε έγκυος.

 Όταν ήρθε στον κόσμο ο γιος της Γεώργιος, για τρία χρόνια η ζωή της ήταν ανάμεσα στο μοναστήρι και το Μαυρομμάτι Καρδίτσας. Κατόπιν ο Δ. Ίσκος ήδη παντρεμένος την πήρε στο σπίτι του στη Δούνιστα ή Σταθάς, όπου ο Καραϊσκάκης μαζί με τα άλλα παιδιά του Ίσκου, τον Ανδρέα και το Γιάννη, μεγάλωσε και έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Όμως οι συνθήκες της ζωής, τους ανάγκασαν να φύγουν με τη μάνα του για τη Σκουληκαριά και κατόπιν ένα τούρκικο απόσπασμα τον οδήγησε στον Αλή. Στη συνέχεια έγινε ξεχωριστός ήρωας/αγωνιστής.

 «Άκουγα τους χωριανούς να μολογάνε ότι όταν έφυγε από εδώ ο Καραϊσκάκης ήταν κοτζάμ παιδί, έλεγε ένας γέρος απ’ το Σακαρέτσι».

 Σε έναν τόσο σπουδαίο αγωνιστή που του αφαίρεσαν τη ζωή, του αφαίρεσαν την καταγωγή, του αφαίρεσαν την πατρίδα και τον παρουσιάζουν ως τσιγγάνο οφείλουμε και εμείς να μεταφέρουμε τα ακούσματα της παλαιότερης γενιάς για τη Βαλτινή καταγωγή του.

  Ολόκληρο το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στην Εμπεσιώτικη Φωνή.

Εγώ έχω το διάολο μέσα μου δεν συχάω

Γεώργιος Καραϊσκάκης

Το αφιερώνω σ΄ αυτούς που δεν συχάνε

Εμπεσός Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας χρ. 2010

Κων/νος Ηλ. Χαντζιάρας
02 Konstantinos Xantziaras

 Αντί προλόγου

  Όποιος επιχειρήσει να καταγράψει γεγονότα και καταστάσεις τα οποία δεν τα έχει ζήσει και έχουν συμβεί πριν από πολλά χρόνια, είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην πληροφόρηση.

  Όσο και να προσπαθήσει να διασταυρώσει αυτές τις πληροφορίες θα τον βασανίζει η αμφιβολία ότι ίσως να μην έχει γράψει την απόλυτη αλήθεια.

  Υπάρχουν λευκές σελίδες που μπορεί κάποιος να συμπληρώσει ή να κάνει την κριτική του.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ

(Τρίτη άποψη)

  Για το ρόλο που διαδραμάτισε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη βραχύβια ζωή του στον αγώνα, έχουν γράψει άλλοι διαπρεπείς ιστορικοί.

  Εγώ ήθελα να ασχοληθώ με την καταγωγή του και μόνο.

  Μέχρι τώρα έχουν επικρατήσει δύο απόψεις, η μία ότι είναι Θεσσαλός και η άλλη, ότι είναι Ηπειρώτης.

  Εγώ νομίζω ότι ούτε η μία είναι σωστή ούτε η άλλη και ότι ο Καραϊσκάκης είναι βέρος Βαλτινός.

  Ο Καραϊσκάκης ήταν ο αγωνιστής που διώχθηκε που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο από άλλους από το κουβέρνο, λέω περισσότερο γιατί διώχθηκε και μετά το θάνατό του μέχρι που για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν στα αζήτητα.

  Εμείς οι Βαλτινοί δεν ενδιαφερθήκαμε καθόλου και ορισμένες οικογένειες δεν ήθελαν ν΄ ακούγεται καν το όνομά του για δικούς τους λόγους.

  Εκμεταλλευόμενοι αυτή την ευκαιρία οι Θεσσαλοί και οι Ηπειρώτες έτρεξαν ό,τι αρπάξει ο καθένας και ακόμη μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να στεριώσει πουθενά, άλλοι τον τραβολογούν από δω και από κει και έγινε ο « Καραϊσκάκης λάστιχο ».

  Αυτό συμβαίνει πάντα στις ανθρώπινες κοινωνίες, όσο είναι κάποιος ασήμαντος δεν ενδιαφέρεται κανένας γι΄ αυτόν, όταν όμως αποκτήσει κάποιο βάρος το όνομά του ιδίως μετά θάνατον τότε τρέχουν όλοι να τον οικειοποιηθούν.

  Λένε πως τον Όμηρο τον διεκδικούν διάφορες περιοχές.

  Για τον Οδυσσέα ότι δεν καταγόταν από την Ιθάκη αλλά ότι ήταν Αιτωλοακαρνάνας.

  Τον Κατσαντώνη τον θέλουν να είναι από τα Άγραφα, από το Βάλτο, από το Ξηρόμερο, από την Ήπειρο.

  Κάτι παρόμοιο έγινε και με τον Καραϊσκάκη.

  Για να μιλήσουμε με σιγουριά για την τρίτη άποψη πρέπει να κάνουμε μία αναδρομή προς τα πίσω να βρούμε τις ρίζες αυτού του ανθρώπου.

  Η καταγωγή του Γεωργίου Καραϊσκάκη είναι από τη Μηλιά Βάλτου. Ποιά ήταν η Μηλιά και τι ήταν;

  Η Μηλιά ήταν ένα χωριουδάκι με ογδόντα περίπου οικογένειες σκαρφαλωμένο στα μισά του βουνού Καλάνα μέσα σε μια χαράδρα χωμένο στα έλατα μεταξύ Εμπεσού και Σακαρετσίου Βάλτου. Επικοινωνούσε με ένα κακοτράχαλο δρομάκι από μια ρεματιά που με δυσκολία μπορούσαν να εφοδιάζονται τα απαραίτητα και να επικοινωνούν με τον άλλον κόσμο μόνο με μικρόσωμα μουλάρια. Το χωριό αυτό δεν φαινόταν από πουθενά μόνο από τον ουρανό. Οι κάτοικοι ήταν κτηνοτρόφοι και καλοί πολεμιστάδες. Για να προστατεύονται από ανεπιθύμητους επισκέπτες δεν χρειάζονταν να χρησιμοποιηθούν όπλα κύλαγαν μόνο καμιά κοτρώνα προς τα κάτω και δεν πλησίαζε κανένας. Εκεί μαζεύονταν σε κάποιο καραούλι σε μια ντάπια και κουβέντιαζαν για τα ζωντανά τους και για τον πόλεμο, σχεδίαζαν πώς και πού θα πρέπει να κτυπήσουν τον εχθρό.

  Κάποια εποχή οι Τούρκοι ήθελαν να κάνουν μία επιδρομή να καταλάβουν Αιτωλ/νία και Άγραφα και έβαλαν σε ενέργεια την προπαγάνδα. Έστειλαν τα τσιράκια τους όπου υπήρχαν εστίες αντίστασης και τους προειδοποιούσαν τους Έλληνες πως αν τυχόν κάμουν αντίσταση θα κάψουν και θα καταστρέψουν ό,τι βρούνε μπροστά τους. Τότε μαζεύτηκαν στη Μηλιά οι καπεταναίοι του Βάλτου του Ασπροποτάμου και των Αγράφων και κάναν συσκέψεις για να ιδούνε τι θα πράξουν. Αυτό μαθεύτηκε και οι Τούρκοι έστειλαν το δικό τους άνθρωπο Γιάννη Στράτο να τους πει να μην ενοχλήσουν τους Τούρκους στο διάβα τους και ότι οι Τούρκοι είναι πολυάριθμοι και δεν κρατιούνται με τίποτε και ότι στο διάβα τους θα καταστρέψουν τα πάντα. Ξαπόστειλαν αυτόν τον τσασίτη και του είπαν ότι αυτές οι αποφάσεις δεν παίρνονται σε μια ώρα. Φύγε εσύ και για ό,τι αποφασίσουμε θα το μάθεις. Και αποφάσισαν να μην προσκυνήσουν και όπως εκτιμήθηκε αργότερα καλώς έπραξαν. Έτσι γράφει και ο Φωτιάδης στο βιβλίο του « ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ » ΣΕΛ. 330. Αυτή την εποχή πρέπει να έγινε και η μάχη με τους Τούρκους στο στενό Ρισιώρια της Μηλιάς που σκοτώθηκε ο Νίκος Μπακόλας και το παιδί του.

  Από εκείνη την εποχή και μετά άρχισαν να φεύγουν κατά οικογένειες.

  Ίσως να είχαν απελπιστεί από τη δύσκολη ζωή ίσως να προέκυψε και κάποιος άλλος λόγος.

  Μία οικογένεια Μπακόλα πήγε στη Συκιά.

  Μία οικογένεια Μπακόλα πήγε στη Συκούλα.

  Μία οικογένεια Μπακόλα πήγε στη Σουμερού.

  Η οικογένεια Λαλαγιώργου Ίσκου πήγε στη Συκιά, μετά συμπεθέριασαν με τους Σταθαίους και πήγαν στη Δούνιστα.

  Ένας Γρηγόρης Ρεγκούτας πήγε στη Σκουληκαριά. Εκεί έγινε καλόγηρος και μετά επίσκοπος στο μοναστήρι της Παναγίας και προς το τέλος της ζωής του επέστρεψε στη Μηλιά όπου και πέθανε.

  Από μία - μία οι οικογένειες έφυγαν και κατοίκησαν στον Εμπεσό και μόνο τα καλοκαίρια μερικές ανέβαιναν στη Μηλιά με τα ζώα τους.

  Η οικογένεια Μπακόλα που πήγε στη Σκουληκαριά συνδέθηκε φιλικά με την αρματολική οικογένεια Πλακιά.

  Οι Ντιμισκαίοι έμειναν καθαροί κλέφτες και δεν φίλιωσαν με τους Πλακαίους και ούτε είχαν καλές σχέσεις.

  Με τον Γώγο Μπακόλα οι Ντιμισκαίοι ήταν πρώτα ξαδέρφια και με τον Λαλαγιώργο Ίσκο μακρυνότερα.

  Οι Ντιμισκαίοι είχαν μία αδερφή, Ζωίτσα την έλεγαν. Και επειδή αυτοί ήταν άνθρωποι του κλαριού δεν μπορούσαν να την προστατεύσουν. Γι΄ αυτό πήγαν και βρήκαν τον καλόγηρο του μοναστηριού Καλλίνικο Τρίμπο και του είπαν να την πάρει στο μοναστήρι να την κάνει καλόγρια και να την προσέχει μαζί με τις άλλες. Ο καλόγερος δέχτηκε αυτή την πρόταση, την πήρε τις έβαλε ρούχα καλογερίστικα και τις άλλαξε το όνομα από Ζωίτσα, Διαμάντω. Η Διαμάντω έκανε διάφορες δουλειές μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό του μοναστηριού, χωρίς όμως να γίνει κανονική καλόγρια. Τη μαύρη ρόμπα που φορούσε την είχε έτσι για κάλυψη. Τον πραγματικό μοναχισμό δεν τον τραβούσε η ψυχή της. Το αίμα της έβραζε για δράση και ζωή. Ήταν και στην ηλικία της αναπαραγωγικής φάσης και θα είχε και εξάψεις όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Ήταν μια πολύ όμορφη και δραστήρια κοπέλα απαλλαγμένη από διάφορες προκαταλήψεις και προχωρημένη πιο μπροστά από την εποχή της. Γι΄ αυτό οι άλλοι οι τάχα μου καθώς πρέπει τις κολλούσαν διάφορα. Έλεγαν ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τον αρματολό Νίκο Πλακιά, ότι είχε με τον καλόγηρο, με κάποιον γύφτο Αραπογιάννη άλλοι ότι πέρναγε από κει και ο Δ. Ίσκος. Ο καθένας έλεγε ό,τι ήθελε. Γι΄ αυτό οι συγγενείς της ήθελαν να την ξεφορτωθούν πάση θυσία να την παντρέψουν δηλ. όσο μακριά γίνεται. Και ο καλόγηρος ο ίδιος ήθελε να τη διώξει. Συνεργάστηκε με τον καλόγηρο του μοναστηριού του Αη Γιώργη που όπως αναφέρει ο Φωτιάδης στο βιβλίο του στη σελ. 13 ήταν και συγγενής της Ζωίτσας και βρήκαν έναν καλό γαμπρό τον Γιαννάκη Μαυρομάτη από το Μαυρομάτι. Και όταν τελείωσαν οι κουβέντες ήρθαν με μεγάλο συμπεθεριακό με νταούλια, βιολιά και πίπιζες έγινε ο γάμος την πήραν και φύγαν. Ο άνθρωπος αυτός σε λίγο διάστημα πέθανε και η Ζωίτσα έμεινε χήρα. Εκείνη την εποχή όταν πέθαινε ο άνδρας της και δεν άφηνε κανένα τέκνο η χήρα δεν αποκτούσε κανένα δικαίωμα στην περιουσία του άνδρα και το συγγένειο την έδιωχνε.

  Η Ζωίτσα δεν μπορούσε να επιβιώσει πλέον δεν ήταν εύκολο μια γυναίκα έρημη και μόνη σε ξένο τόπο γι΄ αυτό πήγε στο μοναστήρι του ‘Αη Γιώργη και έγινε ψευτοκαλόγρια και έκανε διάφορες δουλειές. Εκεί πήγε ο Δημ. Ίσκος ή με τα πρόβατά του για ξεκαλοκαιριό ή με κάποια κλεφτοπαρέα. Εκεί στο μοναστήρι βρήκε τη Ζωίτσα κι εγώ νομίζω ότι δεν πήγε τυχαία γνώριζε ότι η Ζωίτσα ήταν εκεί και γι΄ αυτό πήγε. Κάθησε κάποιο διάστημα και έφυγε . Σ΄ αυτό το διάστημα η Ζωίτσα έμεινε έγκυος.

  Ευλογημένη η ώρα λέει ο Φωτιάδης στο βιβλίο του σελ. 14 που από αυτή την ένωση βγήκε ένας λαμπρός ήρωας του Εικοσιένα.

  Όταν έφτασε η ώρα να γεννήσει ο καλόγηρος δεν μπορούσε να την κρατήσει άλλο να μην πάρει κακό όνομα το μοναστήρι και να πέσουν οι υποψίες επάνω του. Την πήγε σε μια σπηλιά κοντά στο μοναστήρι. Ο Δημήτρης Ίσκος που υπολόγιζε πότε θα γεννήσει η Ζωίτσα πήγε και τη βρήκε στη σπηλιά που του έδειξε ο καλόγηρος. Έπρεπε να την πάρει από εκεί είχε όμως πρόβλημα με το παιδί, που να το πήγαινε. Πήγε μακριά απ΄ το Μαυρομάτι σε κάποιον γνωστό του ψάξαν και βρήκαν μια γυναίκα Σαρακατσιάνα Πουλιάνα την λέγανε που είχε μικρό παιδί και κανόνισαν να της πάει και αυτό το παιδί να το θηλάζει μαζί με δικό της για κάποιο διάστημα βέβαια με κάποια αμοιβή. Μετά επέστρεψαν πήραν το παιδί με τη μάνα το πήγαν στο μοναστήρι και το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα Γιώργος. Ίσως το όνομα του μοναστηριού ίσως το όνομα του πατέρα του.

  Κατά τα επόμενα χρόνια η Ζωίτσα για να μπορέσει να επιβιώσει πήγαινε στο μοναστήρι και προμηθεύονταν σταυρουδάκια, εικονίτσες, λάδι από το καντήλι του Αγίου που γιάτρευε τον πονόματο και γύριζε στα χωριά και τα πουλούσε.

  Όταν πέρασαν τέσσερα χρόνια πήγε ο Δημ. Ίσκος τους πήρε μάνα και παιδί και τους πήγε στη Δούνιστα.

  Στο μεταξύ αυτός είχε παντρευτεί την Αθάνω Στράτου και απέκτησε δύο παιδιά τον Ανδρέα και το Γιαννάκη.

  Ο Καραϊσκάκης εκεί μεγάλωσε με τα παιδιά, τον Ανδρέα και το Γιάννη. Έμαθε μαζί με τον Ανδρέα και λίγα γράμματα.

  Η Ζωίτσα λένε συμπεριφέρονταν σαν αφέντισσα μέσα στο σπίτι, δεν ήταν από τις γυναίκες που δέχονταν ταπεινώσεις και ίσως να προέκυψαν κάποιες προστριβές. Τώρα ή αναγκάστηκε ο Δημ. Ίσκος πιεζόμενος απ΄ το περιβάλλον και την έδιωξε, ‘η διαολίσθηκε από μόνη της και πήρε το παιδί και έφυγε. Το παιδί τότε ήταν δώδεκα χρονών. Θυμάμαι όταν εγώ ήμουνα μικρός και άκουγα μια κουβέντα που γινόταν από το γέροντα τότε μπάρμπα Νικόλα Ζάγκα ότι όταν έφυγε από δω ο Καραϊσκάκης, ήταν κοντζιάμ παιδί έλεγε.

  Η Ζωίτσα φεύγοντας από τη Δούνιστα πήγε στη Σκουληκαριά. Η δική της οικογένεια είχε σχεδόν διαλυθεί από τις φασαρίες και τους σκοτωμούς. Τους πήρε όμως υπό την προστασία του ο Γώγο Μπακόλας.

  Το παιδί το έβαλε σ΄ ένα Τούρκικο φυλάκιο να κάνει διάφορες αγγαρείες έτρωγε ψωμί και κάτι του έδιναν.

  Μια μέρα ένας Τούρκος έκανε ανήθικες χειρονομίες στο παιδί, εκείνο δεν δέχτηκε και άρπαξε το όπλο του Τούρκου και τον σκότωσε. Του πήρε τα άρματα και από κει και μετά λάκισε για καλά, πήρε τα βουνά και δεν ξαναγύρισε.

  Για κάποιο διάστημα γυρόφερνε στο οροπέδιο του Συντέκνου εκεί βοηθούσε τους Βλάχους στο φύλαγμα και στο άρμεγμα των κοπαδιών. Μια μέρα έπεσε επάνω σε ένα Τούρκικο απόσπασμα. Το συνέλαβαν το αφόπλισαν και το εξέτασα. Κατάλαβαν ότι αυτό ήταν που σκότωσε τον Τούρκο. Το πήραν και το πήγαν στον Αλή και του είπαν ότι αυτό το γκιουράκι σκότωσε έναν Τούρκο. Καλά, είπε ο Αλής, βάλτε το σ΄ ένα μποντρούμι.

  Λένε ότι η μάνα του όταν έμαθε ότι το έπιασαν οι Τούρκοι πήρε το απόσπασμα στο κατόπι και από τόπο σε τόπο έφτασε και αυτή στα Γιάννενα. Πήγε στον Αλή και τον χιλιοπαρακάλεσε να της δώσει το παιδί. Εκείνος αφού την εξέτασε για καλά, φαίνεται η Ζωίτσα του είπε όλη την αλήθεια. Αυτός της υποσχέθηκε ότι δεν θα το πειράξει, αλλά όσο για να τ΄ αφήσει ελεύθερο θα το σκεφθεί και θα πράξει.

  Μια μέρα είπε να πάνε να του το φέρουν. Όταν το φέραν το εξέτασε λεπτομερώς και το παιδί του είπε τα καθέκαστα.

  Αυτός με το έμπειρο μυαλό του σκέφθηκε ότι αυτό έξυπνο είναι από καλό μελέτι είναι θα το εκπαιδεύσω και θα μου γίνει ένα χρήσιμο. “του λέει δεν θα σε κάνω τίποτε ουρέ μπίρομ΄ θα σε κρατήσω εδώ και θα σε κάνω καλό άνθρωπο”. Φώναξε έναν αξιωματούχο και του λέει “πάρε, ουρέ, ετούτο το παιδί και να το πάς στη σχολή και θα μου το προσέχεις”. Η σχολή αυτή ήταν ένα είδος σχολής αξιωματικών μάθαιναν λίγα γράμματα και πολεμικές τέχνες.

  Ο Καραϊσκάκης άλλο που δεν ήθελε. Και τον Αλή δεν τον ενδιέφερε αν ήταν Τούρκος ή Χριστιανός μόνο να είναι καλός για τη δουλειά του.

  Εκεί ο Καραϊσκάκης έμεινε έως που έγινε σωστός άνδρας. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Οδ. Ανδρούτσο αλλά και πολλούς άλλους Έλληνες που υπηρετούσαν στην αυλή του Αλή Πασά. Είχε καλές επιδόσεις στις πολεμικές τέχνες και ο Αλής του έδωσε και κάποιο αξίωμα, τον αγαπούσε όπως λένε πολύ και του είχε και εμπιστοσύνη. Γι΄ αυτό αργότερα θα ιδούμε ότι του είχε αναθέσει μια δύσκολη αποστολή.

Ο ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ ΠΑΝΔΡΕΥΕΤΑΙ

  Ο Αλή Πασάς ως γνωστόν είχε μεγάλο χαρέμι. Μάζευε απ΄ όλο το βιλαέτι τις πιο όμορφες κοπέλες ή με το ζόρι ή με κάποιο αντάλλαγμα και όταν ήθελε να τις ξεφορτωθεί τις πάντρευε με κάποια από τα παλικάρια του.

  Λένε ότι μερικοί θεωρούσαν μεγάλη τιμή να πάρουν γυναίκα μέσα απ΄ το μεγάλο αρχοντικό του.

  Έτσι έγινε και με τον Καραϊσκάκη. Του έδωσε μια γυναίκα τη Γκόλφω του Ψαρογιάννη από το Σύντεκνο. Ο Ψαρογιάννης ήταν από καλό σόι και υπολογίσιμο πρόσωπο και αυτή την εποχή ήταν στη αυλή του Αλή Πασά. Η Γκόλφω ήταν μια πολύ καλή και όμορφη κοπέλα. Λένε σε ότι τη Γκόλφω δεν την είχε στο χαρέμι του αλλά είχε τη γνωριμία λόγω του πατέρα της.

  Κάλεσε τον Καραϊσκάκη και του είπε, καιρός είναι, ωρέ μπίρομ, να πανδρευτείς να ανοίξεις κι εσύ το σπιτικό σου και θα σου προτείνω να πάρεις τη Γκόλφω του Ψαρογιάννη καλή κοπέλα και από καλή σειρά. Ο Καραϊσκάκης που πρέπει κι αυτός να τη γνώριζε δέχτηκε και πανδρεύτηκε τη Γκόλφω. Μετά από λίγο καιρό έφυγε και εγκαταστάθηκε στο Πατιόπουλο Βάλτου. Εκεί η Γκόλφω γέννησε τις δύο κόρες. Ο Καραϊσκάκης άνθρωπος του ντουφεκιού και του κλαριού δεν μπορούσε να κάθεται στο σπίτι να κάνει το φαμελίτη του φαινόταν πολύ στενάχωρο. Πηγαινοέρχονταν και στα Γιάννενα.

  Έλεγε στους φίλους του: “Εγώ έχω το διάολο μέσα μου και δε συχάω”. Διψούσε για δράση και είχε φαίνεται στο νου του να σηκώσει κάποια μέρα δικό του μπαϊράκι όπως αργότερα έκανε και έφτασε, παρά τις δυσκολίες, να τον υπολογίζουν πια στα σοβαρά όλοι.

Ο ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΣΒΑΝΟΓΛΟΥ

  Ο Πασβάνογλου είχε σηκώσει μπαϊράκι δικό του γύρω από το Δούναβη. Στη μεγάλη πύλη δεν άρεσε αυτό και το θεώρησε ο Σουλτάνος πολύ επικίνδυνο γι΄ αυτό έστειλε φουσάτα να ξεπαστρέψει τον Πασβάνογλου. Ο Πασβάνογλου κράτησε λίγες εκλεκτές δυνάμεις και κλείστηκε μέσα σ΄ ένα μεγάλο κάστρο και συγκέντρωσε και πολλά εφόδια για να έχει για καιρό. Τα στράτευμα που το άφησε απέξω τους έδωσε εντολή να κρυφθούν όπου μπορούν και σε περίπτωση ανάγκης να βαρέσουν απέξω.

  Τον Αλή Πασά τον έζωσαν τα φίδια, σου λέει τώρα ξεπαστρεύουν τον Πασβάνογλου και μετά θα έρθει και η σειρά μου, γι΄ αυτό έπρεπε να στείλει κάποια δύναμη να φανεί ότι βοηθάει τα σουλτανικά στρατεύματα, αλλά πως, δεν ήθελε να φανεί ότι αυτός έστειλε δύναμη. Κάλεσε τον Καραϊσκάκη που του είχε εμπιστοσύνη για να καταστρώσουν το σχέδιο.

  Λέει στον Καραϊσκάκη: Αυτό το γομάρι ο Σουλτάνος ρίχτηκε για καλά στον Πασβάνογλου και όταν ξεμπερδέψει μ΄ αυτόν τρώει και μας μετά, γι΄ αυτό πρέπει κάτι να κάνουμε, δεν πρέπει όμως να φανώ εγώ ότι στέλνω στρατό στον Σουλτάνο και το μάθει ο φίλος μας ο Πασβάνογλου. Εσύ, μπίρομ, θα καταγράψεις ποιους και πόσους θα πάρεις μαζί σου και θα τους έχεις έτοιμους. Εγώ θα οργανώσω κάποια φασαρία εδώ στο κάστρο. Εσύ θα θυμώσεις, θα πάρεις αυτό το μπουλούκι κρυφά και θα φύγεις. Θα πας να βρεις τον Τούρκικο στρατό και θα τους πεις ότι με έστειλε ο Αλής να βοηθήσω τον αγώνα. Εσύ όμως θα ψάξεις να βρεις κάποια ευκαιρία να μπεις μέσα στο κάστρο θα πεις στον Πασβάνογλου τα χαιρετίσματα και ότι ο Αλής είναι με το μέρος σου.

  Έτσι κι έγινε, η σκηνοθεσία πέτυχε και ο Καραϊσκάκης ύστερα από κάποιες μέρες έφτασε στους Τούρκους και συμπαρατάχθηκε. Είπε στους άνδρες του, αν ιδείτε ότι εγώ θα λείψω εσείς από ένας από δύο θα φεύγετε και θα έχουμε καβούλι στο τάδε μέρος εκεί γύρα θα περιφέρεστε κι εγώ μετά από κάνα δύο μήνες θα έρθω να ανταμώσουμε. Τώρα αυτός πως τα κατάφερε και μπήκε μέσα στο κάστρο είναι άγνωστο. Λένε ότι έμεινε εκεί μέσα δύο - τρεις μήνες και αφού έδωσε το μήνυμα που είχε στον Πασβάνογλου έφυγε για να ανταμώσει με του συντρόφους του και από κει στα Γιάννενα. Και από κει πήγε στο Πατιόπουλο στη φαμίλια του.

  Φαίνεται ότι κάποια παρεξήγηση μεσολάβησε και δεν ξαναπήγε στα Γιάννενα. Εκείνη την εποχή η κατάσταση ήταν τόσο ρευστή που κανένας δεν ήξερε με ποιον θα είναι σήμερα και με ποιον αύριο.

  ‘Όπως είπαμε αυτός δεν σύχαζε και πήρε την απόφαση και πήγε στους Κατσαντωναίους. Τους είπε ότι θέλει να καταταχθεί στη δύναμή των.

  Του λέει ο Κατσαντώνης: “Κάτσε, ουρέ Καραϊσκάκη, να ιδούμε σπαπ΄ είσαι κι απέ γλέπουμε”. Δεν άργησε να φανεί η αξιοσύνη του. Ήταν αϊτός και σε όλες τις μάχες διακρίνονταν.

  Σιγά σιγά έκανε δικό του Νταϊφά αλλά, όπως λένε, με δυσκολία. Τα τζάκια εδώ του Βάλτου δεν ήθελαν να τους ξεφυτρώσει κι άλλος καπετάνιος δίπλα τους, σου λένε το μπελιά μας θα βρούμε με αυτόν το διάβολο.

  Αλλά εκείνος τα κατάφερε. Γι΄ αυτό το θέμα θα αναφερθούμε παρακάτω. Τώρα επανερχόμαστε στους Κατσιαντωναίους.

  Του Αλή Πασά του μπήκαν στο μάτι οι Κατσιαντωναίοι, διότι δεν τον άφηναν ήσυχο, του έκαναν μεγάλες ζημιές. Έβαλε όλα τα δυνατά του και τα κατάφερε. Όταν ο Αλή Πασάς ξεμπέρδεψε τους Κατσαντωναίους όσοι απόμειναν βρέθηκαν ακέφαλοι και σε δύσκολη θέση. Μαζεύτηκαν σε ένα μέρος του Βάλτου κοντά στο Μπονίκεβο, στην Πρεβάντζα, να συσκεφτούν να ιδούνε τι θα κάμουν. Ύστερα από πολλές συζητήσεις, αποφάσισαν να πάνε να παραδοθούν στο Αλή Πασά, διότι είδαν ότι δεν θα μπορέσουν να κάμουν προκοπή. Έτσι σηκώθηκαν, μαζί και ο Καραϊσκάκης και πήγαν στα Γιάννενα. Όταν παρουσιάστηκαν στον Αλή το μάτι του έπεσε πάνω στον Καραϊσκάκη. Του λέει εσύ, ουρέ γύφτο, εδώ; εδώ αφέντη μου. Και τι να σε κάμω ουρέ; Aν καταλαβαίνεις ότι κάνω για κάτι κράταμε, αν δεν κάνω για τίποτε, πέταμε στη λίμνη. Ο Αλής τους κράτησε όλους δεν χάλασε κανέναν. Ύστερα από κάποιες μέρες τους κάλεσε και τους είπε, όποιος θέλει να κάτσει, ας κάτσει, όποιος δε θέλει, ας φύγει.

  Ο Καραϊσκάκης δεν έκατσε, έφυγε και ήρθε στο Πατιόπουλο που ήταν η οικογένειά του. Κάθισε μερικές μέρες να ξεκουραστεί και μετά άρχισε να έρχεται σε επαφή με διάφορους κατοίκους της περιοχής. Δύσκολη η αρχή όπως έχουμε αναφέρει πιο μπροστά. Αλλά αυτός κατάφερε και έβγαλε τα τρία πρώτα πρωτοπαλίκαρα από Βαλτινούς το Μήτρο Σκυλοδήμο, τον Αντώνη Ζαραλή και το Μήτρο Αγραφιώτη. Σιγά σιγά μεγάλωσε το ασκέρι του και άρχισε να δίνει μάχες με τους Τούρκους. Και, παρά τις δυσκολίες, διεκδίκησε και πήρε το αρματολίκι των Αγράφων που το κατείχε ο Ράγκος οπλαρχηγός και αυτός από το Σύντεκνο Βάλτου. Γι΄ αυτό ποτέ οι δυό τους δεν τα πήγαιναν καλά.

  Δεν θα επιχειρήσουμε να γράψουμε για την πολεμική δράση του Καραϊσκάκη που είναι πλουσιότατη, άλλωστε έχουν γράψει πολλοί επιφανείς ιστορικοί. Το μόνο που θέλουμε και πρέπει να κάνουμε είναι να καταδείξουμε ότι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης είναι Βαλτινός και αυτό θα αποδειχθεί από μια μικρή έρευνα που κάναμε αλλά και από αναφορές διαφόρων καπεταναίων και ιστορικών.

  Θα ξεκινήσουμε με μια αναφορά που κάνει ο Δ. Φωτιάδης στο βιβλίο Γ. Καραϊσκάκης. Μας λέει ότι ο Γεώργιος Γαζής αναφέρει τα εξής: Αυτή (η Ζωίτσα) συνέλαβε τον Καραϊσκάκη κατ΄ έρωτα από τον καπετάνιο του Βάλτου Καραΐσκον. Γι΄ αυτό και το βρέφος ονομάσθη Καραϊσκάκης. Ο Γιατρός Millngen που ταξίδευε με τον Καραϊσκάκη προς την Ιθάκη το έτος 1823 γράφει: Ο Καραϊσκάκης δεν έκρυβε την καταγωγή του αλλά υπερηφανευόταν γι΄ αυτήν έλεγε λεπτομέρειες για τις ερωτικές σχέσεις της μάνας του με τον πατέρα του. Οι γνώμες του Γαζή, του Βλαχογιάννη του Περραιβού και άλλων μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν γιος του Δημ. Ίσκου και αδερφός του Ανδρέα. Σε κάποιο άλλο σημείο όμως ο Φωτιάδης αλλά και ο Περραιβός αναφέρουν ότι ο Καραϊσκάκης αντάμωσε στην Αγία Μαύρα με το Δ. Ίσκο και δεν έδωσαν γνωριμία. Αυτό δεν ευσταθεί και ας μου συγχωρεθεί αυτή η αμφιβολία μου, δεν μπορώ να καταλάβω ότι οι ίδιοι συγγραφείς έγραψαν έτσι κι αλλιώς μήπως υπήρξε κάποιος λόγος; Ο Ευθύμιος Πριόβολος στο βιβλίο του «Ανδρ. Ίσκος» γράφει ότι ο Πουκεβίλ Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα από το 1804 - 1815 στο βιβλίο του «Ελ. επανάσταση» αναφέρει δύο φορές ως αδερφό του Ανδρ. Ίσκου το χιλίαρχο των Αγράφων Γιώργο Ίσκο. Στο ημερολόγιο που κρατούσε ο Γεώργιος Πραΐδης γραμματέας του Αλ. Μαυροκορδάτου τον αναφέρει ως Γιώργο Καραΐσκο και όχι Καραϊσκάκη. Η γυναίκα του του γράφει με το όνομα Καραΐσκο. Η σφραγίδα του γράφει - Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΟΥ - Οι Τούρκοι έλεγαν: Μας έφαγε μωρέ αυτό το άτιμο το Καραΐσκο. Σε χειρόγραφο που βρίσκεται στη Βρετανική βιβλιοθήκη από τον Γιαννάκο Λαγανά αναφέρεται ως Καραΐσκος (Α. Πριόβολος). Το ίδιο γράφει ο Αμερικανός γιατρός Samkel Chowe όταν έσμιξαν στον Πειραιά το 1828.

  Σε ιστορικό χειρόγραφο που δημοσίευσε ο Γ. Κρέμος στο «Παρνασσό» το 1889 και αναφέρεται στον Αλή Πασά και σε στρατιωτικούς της Δυτικής Ελλάδας ο Καραϊσκάκης σημειώνεται ως Βαλτινός που στρατολογήθηκε στον κάτω Βάλτο στο αρματολίκι των Ισκαίων. Ως Βαλτινός καταγράφεται και στο διάταγμα που εκδόθηκε στις 25 Μαρτίου 1850 για τη σύσταση στρατιωτικής εξεταστικής επιτροπής των δικαιωμάτων των αγωνιστών.

  Αναφέρεται στο βιβλίο του ο Ευθ. Πριόβολος ότι ο Βλαχογιάννης είχε πληροφορίες από κάποιον Νικόλα Ίσκο ότι εμπιστεύθηκε σε φίλους του ότι ο Καραϊσκάκης ήταν γιος του Δ. Καραΐσκου αλλά δεν τους συνέφερε να το πουν για λόγους πολιτικής, γιατί πολιτεύονταν τότε στο Βάλτο ο Ανδρ. Ίσκος και για να μην προσβάλουν την καταγωγή του ότι είναι παιδί του Καραΐσκου που γκάστρωσε την καλόγρια μες το μοναστήρι.

  Ο Νίκος Ντασκαγιάννης που υπηρέτησε ως δάσκαλος στη Σκουλικαριά υποστηρίζει στο βιβλίο του ότι σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων ο Καραϊσκάκης γεννήθηκε στη Σκουλικαριά. Σ΄ ένα άλλο σημείο του βιβλίου του σελίδα 29 μας λέει ότι οι Σκουλικαρίτες τον Καραϊσκάκη τον φώναζαν Γιώργο Ίσκο ονοματεπώνυμο που το έφερε μαζί του από τη Δούνιστα Βάλτου. Τα επώνυμα δεν κολλάνε έτσι εύκολα και μάλιστα από ένα νόθο και ξένο παιδί εν αγνοία τού τρομερού Δ. Καραΐσκου. Σε άλλο σημείο, γράφει ο Ντασκαγιάννης ότι κατά τη σύνταξη του βιβλίου του έστειλε μια επιστολή ο Νίκος Δ. Ίσκος με ημερομηνία 28 - 5 - 2000 που έλεγε τα εξής:

  Από τη γιαγιά μου την Ίσκενα που πέθανε 87 ετών άκουσα να λέει μεταξύ άλλων ότι η Ζωίτσα έφυγε από το Μαυρομάτι μετά από τέσσερα χρόνια και ήρθε στη Δούνιστα. Ο Καραϊσκάκης μεγάλωσε μαζί με τον αδερφό του Ανδρέα και όταν έγινε 13 χρονών έφυγε από τη Δούνιστα. Ο Κ. Ι. Ράδος αναφέρει ότι ο Καραϊσκάκης πήγε στη Σκουλικαριά όταν ήταν δώδεκα ετών. Στη Δούνιστα έμεινε και ανατράφηκε κάτω από την ίδια στέγη με τον Ανδρ. Ίσκο και ένιωθαν σαν αδέρφια, αλλά και οι περίοικοι τα θεωρούσαν αδέρφια. Ο Νίκος Παπανικολάου στον Ακαρνανικό τύπο μεταξύ άλλων έγραψε, η Ζωή Ντιμισκή από τη Σκουλικαριά που χήρεψε γέννησε τον Γεώργιο παιδί του Αρματολού του Βάλτου Δ. Καραΐσκου στο Μαυρομάτι.

  Τα πιστοποιητικό θανάτου του Καραϊσκάκη, εγώ δεν το έχω δει, αλλά όπως έχω μάθει από πληροφορίες γράφει:

  Απεβίωσεν ο Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης εκ Βάλτου.

  Θα μπορούσαμε ψάχνοντας να συγκεντρώσουμε πολλά στοιχεία, αλλά νομίζω ότι μ΄ αυτά, τα λίγα που αναφέραμε είναι αρκετά να πεισθεί και ο πλέον δύσπιστος.

  Ήθελα να σχολιάσω και πάλι την πληροφορία που αναφέρω πιο μπροστά στη σελίδα 26 του Φωτιάδη και Περραιβού, ότι ο Καραϊσκάκης αντάμωσε στην Ιθάκη με τον Δημ. Ίσκο και δεν έδωσαν γνωριμία ή δεν γνωρίζονταν καθόλου. Αυτό μας το ξεκαθαρίζει ο Νικόλας Ίσκος που μας λέει στη σελ. 27 ότι ο Καραϊσκάκης ήταν γιος του Δημήτρη Ίσκου αλλά δεν τους συνέφερε για λόγους πολιτικούς να το πουν. Πάντως ήταν κατά τη γνώμη μου λάθος αυτών των ιστορικών να το γράψουν γιατί δεν ευσταθεί. Ο Γεώργιος Κρέμος αναφέρει, το 1889 στη σελ. 27, ότι ο Καραϊσκάκης ήταν Βαλτινός και ότι στρατολογήθηκε στον κάτω Βάλτο στο αρματολίκι των Ισκαίων. Τότε πως είναι δυνατόν να μην γνωρίζονται αυτοί οι δύο άνθρωποι; και ας πούμε ότι ο Δημήτρης Ίσκος είχε να το δει από δώδεκα χρονών. Το παιδί μεγάλωσε έβγαλε γένια μουστάκια και δεν το γνώρισε. Αυτό το παιδί που ήταν δώδεκα χρονών, όταν έφυγε δεν γνώρισε αυτόν τον άνθρωπο που ας πούμε ότι δεν ήταν πατέρας του ήταν όμως ο άνθρωπος ευεργέτης που το περιμάζεψε μέσα στο σπίτι του το είχε μαζί με τα παιδιά του το τάιζε το περιποιόνταν, δεν ένιωθε καμία υποχρέωση να πάει να του πει ένα γειά σου Καπετάνιε; ήταν τόσο αχάριστος; Δεν πρέπει να ήταν.

  Ο Ανδρέας Ίσκος από ό,τι διαβάζουμε ήταν στενά δεμένος μαζί του και όταν το κουβέρνο αποφάσισε να τον βγάλει από τη μέση διότι ήταν ανυπάκουος του έστησε μια δίκη με ψευδομάρτυρες στο Αντιλικό. Ο Ανδρέας Ίσκος πήγε με ένα σώμα Βαλτινούς αρματωμένους και παρατάχθηκαν γύρω από το δικαστήριο και παρακολουθούσαν τη δίκη, είχαν σκοπό αν έβγαινε καταδικαστική απόφαση να τον πάρουν με το ζόρι και να φύγουν. Όταν εκείνοι είδαν τα σκούρα το σκόρπισαν το δικαστήριο. Αλλά έβαλαν τους παπάδες και τον αφόρεσαν και έστειλαν στο κατόπι ανθρώπους να τον κυνηγήσουν μακριά και αν μπορέσουν να τον σκοτώσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Τον δε Ανδρέα Ίσκο η κυβέρνηση τον κατηγόρησε ότι υποστηρίζει έναν προδότη.

  Εγώ που γράφω αυτές τις σειρούλες δεν το έκανα να πείσω κανέναν, όποιος θέλει ας το πιστέψει, το έκανα από αγανάκτηση που έναν τέτοιο αγωνιστή του αφαίρεσαν τη ζωή, του αφαίρεσαν την καταγωγή, του αφαίρεσαν την πατρίδα του και τον παρουσιάζουν σαν έναν αλάνιτα τσιγγάνο. Ίσως να πει κάποιος, τι θέλει ετούτος εδώ τώρα και κάθεται και ξεσκαλίζει μετά από τόσα χρόνια, ότι έγινε.

  Ξέρουμε καλά ότι την ιστορία την γράφουν οι κρατούντες και την γράφουν όπως τους συμφέρει. Γι΄ αυτό δεν είναι δυνατόν να είναι αληθινή. Κάποιοι όμως κάποτε έπρεπε να κάτσουν να την περάσουν από ψιλό κόσκινο, ποτέ δεν είναι αργά. Ας λάμψει επί τέλους η αλήθεια, θα κάμουν το μεγαλύτερο καλό σ΄ αυτή τη χώρα και σ΄ αυτόν το λαό.

  Ας βγάλει και λίγο αίμα δεν πειράζει.

Η ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΟΥΣ

  Ήταν ζεστό ακόμα το αίμα του Γ. Καραϊσκάκη στο Φάληρο και τα λιμοξέφτερα της εξουσίας κατέφθασαν να προλάβουν ν΄ αρπάξουν τους θησαυρούς που νόμιζαν ότι είχε ο Καραϊσκάκης. Αλλά ήταν άνθρακες ο θησαυρός. Βρήκαν δύο παλιοκασέλες εκστρατείας με προσωπικά είδη του Καραϊσκάκη και της οικογένειάς του. Είχαν μέσα κάτι παλιοκουμπούρες διάφορα φορέματα και άλλα μικροπράγματα. Τα κατέγραψαν όλα μέχρι τις βρακοζώνες και τα βρακιά της γυναίκας του.

  Όποιος διαβάσει αυτόν τον κατάλογο θα σιχαθεί η ψυχή του.

  Αυτά όλα τα κατάσχεσαν, πούλησαν όσα είχαν κάποια αξία δήθεν να πληρώσουν οφειλές των στρατιωτών και τα υπόλοιπα τα επέστρεψαν όχι στην οικογένεια αλλά στη Σκυλοδήμαινα.

  Η οικογένεια δεν μπορούσε να ζήσει και βγήκε στη ζητιανιά. Η κόρη του Καραϊσκάκη απελπισμένη έγραψε ένα γράμμα στο Μήτρο Σκυλοδήμο και τον παρακαλούσε να μεσολαβήσει στην κυβέρνηση κάτι να τους δώσει να μην πεθάνουν από την πείνα. Ύστερα από τέσσερα χρόνια ελέησε να τους χορηγήσει κάποιο επίδομα 400 Φοινίκια, αλλά επειδή δεν υπήρχαν χρήματα τους έδινε τα 200 και αυτά τα έπαιρνε η Σκυλοδήμαινα να τους τα δίνει λίγα λίγα. Και τους έδινε πότε λίγα και πότε καθόλου.
Ο καιρός στο Καταφύλλι
Σελίδες μελών
Τυχαία εικόνα
P_501_Img166.jpg
Πρωτοσέλιδα
Δι@ύγεια - Δήμος Αργιθέας
Δήμος Αργιθέας
Εκλογές Σεπτ. 2015
Εκλογές 2014
Εκλογές 2012
Εκλογές 2010
Τελευταία άρθρα
Δημοφιλή άρθρα