Ο Έλληνας δεν κολλάει, δεν κωλώνει…!
Πριν μπω στο κυρίως θέμα θα αναφέρω ένα γεγονός με πρωταγωνιστές ένα συνεργείο Γερμανών και έναν Έλληνα.
Πριν μερικά χρόνια, ένα συνεργείο Γερμανών έφτασε σ’ ένα νησί του Αιγαίου για να κάνει μια δουλειά, κάποιας υπηρεσίας. Άρχισαν τις εργασίες το πρωί της πρώτης μέρας και μετά από 2 - 3 ώρες διαπίστωσαν ότι δεν είχαν στην εργαλειοθήκη τους ένα σταυροκατσάβιδο συγκεκριμένου μεγέθους με γωνία. Αναζήτησαν στο χώρο της εργασίας τους τέτοιο κατσαβίδι, αλλά μάταια. Υπήρχε σταυροκατσάβιδο αυτής της διάστασης αλλά δεν ήταν με γωνία, οπότε αποφάσισαν να διακόψουν την εργασία τους, να πάνε ν’ αγοράσουν το κατάλληλο κατσαβίδι και να συνεχίσουν την επόμενη ημέρα.
Όταν ενημερώθηκε γι’ αυτό ο τεχνικός προϊστάμενος της υπηρεσίας ξαφνιάστηκε και τους λέει: «Τι λέτε που θα χάσουμε μια μέρα; Εδώ καιγόμαστε…» Μα δεν γίνεται, του απαντούν, να συνεχίσουμε χωρίς αυτό το κατσαβίδι, πρέπει να ξεβιδώσουμε πρώτα και μετά να συνεχίσουμε.
Σηκώνεται από την καρέκλα του γεμάτος νεύρα, πάει στην εργαλειοθήκη, παίρνει το ίσιο κατσαβίδι το στραβώνει και τους λέει: «Τώρα το έχετε το κατσαβίδι, συνεχίστε τη δουλειά σας».
Οι Γερμανοί έμειναν αποσβολωμένοι και τον κοίταζαν. Όταν συνήλθαν πήραν το κατσαβίδι και επέστρεψαν στη δουλειά τους.
Το όνομα του ανθρώπου που γύρισε τους Γερμανούς στη δουλειά τους; Γεράσιμος Πρωτολάτης, με τόπο καταγωγής την Κεφαλονιά.
Ο Έλληνας λοιπόν δεν κολλάει!!!
Όπως πολλοί γνωρίζουμε, οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής στα χωριά μας είναι μεγάλες και παλιότερα ήταν ακόμα μεγαλύτερες.
Μια από τις καλοκαιρινές δουλειές που έχει να κάνει ένας αγρότης είναι το πότισμα των χωραφιών. Όταν από το ίδιο το νερό ποτίζουν πολλοί γεωργοί, τότε ποτίζουν με τη σειρά σύμφωνα με το «αραδοχάρτι» - συμφωνητικό που υπογράφουν όλοι οι δικαιούχοι της κάθε πηγής - και ο κάθε ένας έχει συγκεκριμένες ώρες που μπορεί να κάνει χρήση του νερού, με συνέπεια τις ώρες ή ημέρες που έχει το νερό να μη μπορεί ν’ ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο.
Σε πολλές περιπτώσεις το νερό δεν είναι τόσο που να μπορούν να ποτίσουν με τρεχούμενο νερό και χρειάζεται να το αποταμιεύσουν σε δεξαμενές και μετά να ποτίσουν.
Ένας κάτοικος, πριν αρκετά χρόνια, σ’ ένα από τα χωριά της Αργιθέας και συγκεκριμένα στο Καταφύλλι, προβληματίστηκε για το χρόνο που έχανε, ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες ποτίσματος των χωραφιών του. Άρχισε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να φτιάξει ένα σύστημα να ανοίγει αυτόματα η δεξαμενή του νερού όταν γέμιζε και να κλείνει όταν άδειαζε χωρίς τη χρήση ηλεκτρισμού που δεν υπήρχε άλλωστε.
Αφού «μελέτησε» το θέμα με το μυαλό του, άρχισε να κάνει πρόχειρα σχέδια στο χαρτί όπως τα παρακάτω:
Όπως φαίνεται και από τις σημειώσεις στα σχέδια, οι γραμματικές γνώσεις αυτού του ανθρώπου είναι ελάχιστες. Πήγε στο Δημοτικό μέχρι μερικούς μήνες της Δευτέρας τάξης. Μετά έκλεισε το σχολείο. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Στα παραπάνω σχέδια φαίνεται ο ένας από τους δύο μηχανισμούς που σχεδίασε. Τα σχέδια του άλλου δυστυχώς δεν βρέθηκαν στο αρχείο του.
Αφού αποτύπωσε στο χαρτί τις σκέψεις του, σε μορφή σχεδίων, άρχισε την κατασκευή. Όταν τελείωσε διαπίστωσε ότι ο μηχανισμός του δούλευε άριστα! Πήρε λοιπόν τη μέγιστη χαρά που μπορεί να πάρει ένας εφευρέτης! Όσο απλή και αν φαίνεται η κατασκευή και ο μηχανισμός, για εκείνον που δεν διέθετε τις θεωρητικές γνώσεις ήταν πολύ μεγάλο έργο. Και δεν είχε άδικο!
Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ακόμα και σήμερα (καλοκαίρι 2012). Δεν θα αντέξει όμως για πολύ ακόμα γιατί τα ξύλα έχουν σαπίσει μετά από τόσα χρόνια. Ευχόμαστε η νεότερη γενιά που παρέλαβε αυτό το έργο να φανεί αντάξια και ικανή να συντηρήσει το μηχανισμό έστω και αν δεν τον χρειάζεται πια, ως ένα σύμβολο του Ελληνικού μυαλού.
Το όνομα του ανθρώπου που έκανε τον μηχανικό αυτοματισμό; Παναγιώτης Κ. Τσιάκαλος.











