Κείμενο ομιλίας του Αρχιτέκτονα κ. Πάρι Μπεσίνη με τίτλο: «Βαράσοβα: Για την Ασκητική του τόπου»
«Καλησπέρα σε όλους και ευχαριστώ πολύ που δίνετε από το χρόνο σας σήμερα για αυτή την εκδήλωση. Ευχαριστώ πολύ την κ. Θεοδώρα Καραγεώργου για την παρουσίαση και την πρόσκληση σήμερα εδώ και ακολούθως τη Σχολή Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού «Αθανάσιος Παλιούρας», όπως και τη ΓΕΑ και το Παπαστράτειο Μέγαρο για τη φιλοξενία.
Όπως ακούσατε, ονομάζομαι Πάρις Μπεσίνης και αποφοίτησα από τη σχολή αρχιτεκτόνων μηχανικών της Πάτρας. Σήμερα καλούμε να ανατρέξω στο μακρινό για μένα 2018 και να αναβιώσω τη διπλωματική μου εργασία στα πλαίσια της ολοκλήρωσης των προπτυχιακών μου σπουδών, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Αθανάσιο Σπανομαρίδη, καθώς και τον κ. Βασίλη Παππά.
Βαράσοβα: για την ασκητική του τόπου. Ένας τόπος που καθημερινά είναι εκεί, για το δημόσιο και αστικό τοπίο της Πάτρας, χωρίς όμως να μπορεί να σημάνει το ποιόν του. Χωρίς να έχει αποκαλύψει το Χαιντεγκερικό dasein του.
¨Ενας τόπος, στη χαραδρωειδή αγκαλιά του οποίου, χτυπάει η καρδιά μιας βραχώδους μήτρας με ιστορία και πνευματική υπόσταση αιώνων. Για αυτή τη μήτρα, για το σπήλαιο του Αγίου Νικολάου θα πει η συντοπίτισσα μας, ιστορικός και μεγάλη μου υποστηρίκτρια στην προσπάθεια μου τότε κα. Ανθή Παπαθανασίου: «Εκεί, στο δρόμο της ιερότητας, ανάμεσα από τους βράχους και τη θάλασσα, σ’ ένα σχέδιο ναού καμωμένο με ελάχιστες γραμμές, έπρεπε να αναγνωρίσουμε την αρχή μας.»
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Όπως τους πρέπει. Η ορεινή κορυφογραμμή Βαράσοβας, Παλιοβούνας πάντα χαρακτήριζε και συνδέονταν άρρηκτα με την πόλη της Πάτρας καθιστώντας γνώριμη την οπτική συνύπαρξη Αχαΐας και Αιτωλοακαρνανίας.
Μια κορυφογραμμή που έμελλε να γίνει ορόσημο όχι μόνο για την πόλη αλλά και για τα μάτια πολλών επισκεπτών της, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής Le Corbusier ο όποιος το 1910, πλέοντας εν μέσω του Κορινθιακού θα αποφασίσει να απαθανατίσει με γραμμές αυτούς τους δύο εν αρμονία γίγαντες.
Το ίδιο αποφασίζω να κάνω και γω. Στέκομαι μακροσκοπικά, στο μόλο του αγίου Νικολάου και μουντζουρώνω χαρτιά, προσπαθώντας να εστιάσω τη ματιά μου στον τόπο που την ενδιαφέρει. Στη Βαράσοβα.
Στο ευρύ κοινό η Βαράσοβα είναι γνωστή για δύο κυρίως λόγους. Τις ορειβατικές τις πίστες που όλο και πληθαίνουν, και το σπήλαιο του Αγίου Νικολάου.
Το τελευταίο επισκέπτεται πλήθος κόσμου μόλις μια φορά το χρόνο, το πρώτο Σάββατο του Ιουλίου. Ψαράδες μεταφέρουν τον κόσμο από την κάτω βασιλική στην παραλία της Βαράσοβας. Από εκεί ξεκινά μια αναβατική πορεία 10 λεπτών. Στο ναό του σπηλαίου τελείται λειτουργία και αρτοκλασία ενώ η επίσκεψη ολοκληρώνεται με τη βασική ξενάγηση. Μια τέτοια ετήσια διαδικασία χάσκει θεωρώ της πραγματικής πνευματικής αξίας που υποθάλπει η Βαράσοβα. Για το λόγο αυτό και δανειζόμενος εν μέρη το τρίπτυχο ανάλυσης που είχε επιλέξει και ο κ. Παλιούρας μιλώντας για το βουνό, την προσεγγίζω ως ένα τριπλό κέντρο ενδιαφέροντος.
Κέντρο πολιτισμού. Η γεωγραφική θέση της κατέστησε τη Βαράσοβα ως ένα διεθνές πέρασμα, ένα θαλάσσιο δρόμο σύνδεσης Ανατολής και Δύσης. Μοναχοί, λόγιοι, συγγραφείς, έμποροι, στρατιωτικοί, απλοί πολίτες ξεκινούσαν από τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα, την Κωνσταντινούπολη, κατέβαιναν στη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο, περνούσαν τον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο και αγκυροβολούσαν στη σκάλα Μαυρομάτη της Βαράσοβας. Από κει τραβούσαν για Καλαβρία, νότια Ιταλία και Σικελία. Και αντίστροφα. Ο πολιτισμός Ανατολής και Δύσης έπιανε σκάλα στη Βαράσοβα.
Κέντρο ιστορίας. Ιδιαίτερα της Ελληνιστικής και κλασσικής περιόδου. Ολόκληρο το βουνό είναι ένας θησαυρός από ασκηταριά, μοναστήρια και εκκλησίες, που θα βαφτίσουν δικαιολογημένα τη Βαράσοβα ως το Άγιο όρος της Αιτωλίας. Σημαντικότερα δείγματα αποτελούν η παλαιοχριστιανική Βασιλική στον λόφο της Αγίας Τριάδος, ο ναός του Αγίου Δημητρίου, η Παναξιώτισσα και φυσικά το φρουριακό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στους πρόποδες του βουνού που θα αποτελέσει την απαρχή αυτής της εργασίας.
Τέλος, κέντρο παιδείας. Η ανασκαφή στο σπήλαιο του Αγίου Νικολάου θα φέρει στο φως μαρμάρινα θωράκια, μαλτεζόπλακες και γυάλινα ή χρωματιστά σκεύη, ευρήματα που φανερώνουν δύναμη οικονομική, καλλιτεχνική διάθεση και υψηλό παιδευτικό επίπεδο. Το τελευταίο έρχεται να επιβεβαιώσει και ένα ακόμη σημαντικό εύρημα στον Άγιο Νικόλαο τον Κρεμαστό. Ένας χειρόγραφος χριστιανικός κώδικας της Οξφόρδης του 1172 μαρτυρά την ύπαρξη βιβλιοθηκών ακόμα και βιβλιογραφικών εργαστηρίων.
Μια τέταρτη διαπίστωση αφορά τη σχέση του βουνού με τη γειτόνισσα πόλη του. Η γραμμική προέκταση των σκαλιών , της εκκλησίας, της οδού, του μόλου του Αγίου Νικολάου έρχεται να «χτυπήσει» στην πλάτη του ομώνυμου σπηλαίου. Θα δημιουργηθεί έτσι μια γραμμή που ενώνει νοητά ή και νοητικά δυο στεριές.
Ας έρθουμε όμως και άλλο κοντά. Ας μάθουμε και άλλα για τον τόπο μας. Το Βαράσοβα προέρχεται είτε από το βασιλιά Βάρα που ζούσε στην περιοχή, ή είναι σλάβικης καταγωγής όνομα που σημαίνει ο τόπος του χαλκού, ή ο τόπος που το βαράει ο αέρας. Άλλες ονομασίες που έχουν δοθεί είναι Τρίκορφη από το χαρακτηριστικό προφίλ της , Άγιο Όρος της Αιτωλίας, και Χαλκίς.
Το τελευταίο οφείλεται στα ερείπια της περιτειχισμένης Ομηρικής πόλης Χαλκίας, που σώζονται δυτικά του χωριού της Κάτω Βασιλικής. Η κάτω Βασιλική αποτελεί το πρώτο σημείο πολιτισμού ανατολικά της Βαράσοβας, με το Κρυονέρι να δίνει το αντίστοιχο δυτικό πολιτισμικό στίγμα. Τα οδικά δίκτυα των δύο χωριών σταματούν εκατέρωθεν του βουνού με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτό να γίνεται αποκλειστικά δια της θαλάσσης, η μέσω χαρτογραφημένης πλέον ορειβατικής κατάβασης από τη βόρεια κορυφή του. Εκεί εντοπίζεται και πηγή νερού η ροή του οποίου γίνεται εμφανής πάνω στη χωμάτινη χαράδρα και μέχρι την παραλία.
Από γεωλογικής άποψης στη Βαράσοβα παρατηρείται ποικίλη και σπάνια χλωρίδα που σε συνδυασμό με την πανίδα της περιοχής την εντάσσουν στη λίστα του Natura 2000. Από τη λίστα των διαφόρων φυτών ξεχωρίζουμε το φασκόμηλο, την κάπαρη, και τον άγριο δυόσμο ως τα τρία βρώσιμα καθώς και το αμπέλι που σύμφωνα με τα δαχτυλίδια βαρελιών που βρέθηκαν στο σπήλαιο, καλλιεργούνταν από τους μοναχούς στην καλά προσανατολισμένη χαράδρα. Οι στρωματογραφικές τομές που έχουν γίνει στη Βαράσοβα από τους Dercourt και Fleury το 1980 υποδεικνύουν ηφαιστιογενή ανθρακικά ιζήματα, που καθιστούν το έδαφος γόνιμο για την εν λόγω αμπελοκαλλιέργεια.
Βιβλιογραφικά η έρευνα συμπληρώνεται με αναφορές του Καζαντζάκη αλλά και της εκκλησίας στην πνευματική διάσταση της αμπέλου καθώς και με τον Σεφέρη στο ποίημα του «Επί Ασπαλάθων» να θυμάται τα βασανιστήρια του Παμφύλιου Τυράννου Αρδιαίου πάνω στους αγκαθωτούς θάμνους που τυχαίνει να ευδοκιμούν και στη Βαράσοβα.
Πριν ξεκινήσω την αρχαιολογική έρευνα του σπηλαίου, θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Μίρκα Παλιούρα, που απλόχερα μου έδωσε πρόσβαση στο αρχείο του πατέρα της, αλλά και τον κύριο Χρήστο Κατσιμπίνη για την πρόσβαση στο δικό του προσωπικό αρχείο. Η ανακάλυψη του σπηλαίου έγινε το 1990. Στην πρώτη φωτογραφία που τραβήχτηκε από το χώρο απεικονίζονται ο αρχαιολόγος κ. Παλιούρας και ο αρχιτέκτονας κ. Παπακωνσταντίνου. Από την επίσκεψη αυτή προκύπτουν τα πρώτα φιλμ καθώς και τα πρώτα εμπειρικά σκίτσα αποτύπωσης και κατανόησης.
Στην αντίστοιχη φωτογραφία του 1991 απεικονίζεται όλη η ανασκαφική ομάδα να αποβαίνει στην παραλία της Βαράσοβας προς αρχήν μιας ανασκαφής που διαρκεί μέχρι το 2000. Από αυτή προκύπτουν τα επίσημα σχέδια αποτύπωσης όλου του μοναστηριακού συγκροτήματος καθώς και φωτογραφίες από ένα πλήθος ευρημάτων, από δοχεία και σκεύη χρωματιστά και γυάλινα μέχρι χαρακτικά ανθρώπινων μορφών εικόνες και σκελετοί που χρονολογήθηκαν από το 16ο αιώνα.
Μετά και την προσωπική μου επίσκεψη στο χώρο , συνέδεσα πολύ έντονα το μοναστήρι και τον ασκητικό του βίο, με την ασκητική του Καζαντζάκη και τα πέντε στάδια προς την προσωπική θέωση. Την προετοιμασία, το όραμα , την πορεία, την πράξη, τη σιγή.
Συγκρατώ επίσης τη συνθετική λογική του μοναστηριού όπως εκφράζεται από το τρίπτυχο πύργος, τείχος, σπηλιά, καθώς και την πολυπρογραμματικότητα του, μιλάμε για ένα συγκρότημα που εκτός των άλλων διέθετε κοιμητήριο, δεξαμενή συλλογής νερού, μαγειρείο καθώς και το σημαντικότερο εύρημα όλων, την εγκλείστρα.
Η εγκλείστρα είναι η μοναδική που έχει βρεθεί στον Ελλαδικό χώρο με υπόλοιπες να εντοπίζονται μόνο σε Κύπρο και Παλαιστίνη. Πρόκειται επι της ουσίας για υπερκείμενο σπήλαιο μέσα στην εσοχή του ήδη υπάρχοντος σε ύψος 10 μέτρων. Αφορά σε ένα χώρο εγκλεισμού του μοναχού για περαιτέρω άσκηση, διάβασμα και πνευματική ανέλιξη. Ο μοναχός θα έμενε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα προσβαίνοντας από σύστημα παταριών και τρεφόμενος σποραδικά μέσω τροχαλιών. Θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει βιβλιογραφικά το χωρικό αντίστροφο της εγκλείστρας στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι.
Απόσταγμα της επιτόπιας έρευνας είναι τα τέσσερα αυτά γραμμικά σχέδια που αποτυπώνουν τη χωρική εμπειρία σε κάθε ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Τα τσιμεντένια ή μεταλλικά στοιχεία έρχονται να προσθέσουν την πρώτη πρόθεση παρέμβασης. Βόρεια η χαράδρα, η ανάβαση, και η κορύφωση της πορείας της.
Ανατολικά το σπήλαιο. Ατόφιο. Με χωμάτινες χαράξεις να σε οδηγούν.
Νότια ο ορίζοντας. Ο κύκλος του ηλίου συμπληρώνει αυτόν της χαράδρας. Η Μεσόγειος.
Δυτικά η απότομη κατεβασιά του βράχου. Εκεί όπου θα βρεθεί το υπόγειο.
Με αυτά στο μυαλό συντάσσεται το πρώτο σκίτσο του νέου τόπου. Ένα μικρό λιμάνι υποδέχεται. Ένα ελαφρύ μουσείο συμπληρώνει και στεγάζει την εμπειρία του σπηλαίου. Ένα οινοποιείο εν μέσω αμπελώνα θυμίζει. Και ένα μοναστήρι αναβιώνει.
Έχοντας συγκεντρώσει το απαραίτητο τοπογραφικό υπόβαθρο και έχοντας κατατεμνήσει το βουνό προς κατανόηση του, ανακαλώ μια μακροσκοπική παρατήρηση που αφορούσε την ονοματολογική συνέχεια του σπηλαίου σε σχέση με την πόλη.
Και παρότι η ονομασία του τελευταίου αποδείχθηκε πως δεν προέρχεται ούτε σχετίζεται με την πόλη των Πατρών, μια ευχάριστη εικασία γίνεται τελικά τρόπος μελέτης.
Από τη μία μεριά οι ορεινοί γίγαντες. Από την άλλη, οι αντίστοιχοι αστικοί. Μια γραμμή φαίνεται να τους ενώνει διαχρονικά. Ανά τα χρόνια η Βαράσοβα δείχνει να συνεισφέρει οπτικά στο δημόσιο χώρο της Πάτρας. Να τον χαρακτηρίζει. Καιρός τώρα η πόλη να ανταποδώσει αυτή τη χρόνια χάρη, δωρίζοντάς στη Βαράσοβα το γνώμονα της δημιουργίας της. Δωρίζοντάς της τον κάνναβο, και άρα το ρυθμό και την κλίμακα.
Στο πλαστικό ανάγλυφο της Βαράσοβας θα στρωθεί έτσι νοητά ο ορθοκανονικός κάνναβος της Πάτρας ο οποίος ξεκινώντας από τετράγωνα 45μ θα χρησιμοποιήσει πολλαπλάσια η υποπολλαπλάσια του ώστε να δημιουργήσει έναν τόπο σε μέτρα ανθρώπινα. Εν συνεχεία σηματοδοτούνται τα σημεία παρέμβασης και ενδιαφέροντος, και σχηματοποιείται η πορεία που θα τα συνδέει. Πρόκειται για μια διαδρομή κατά βάση ανηφορική, που ακολουθεί τις χαράξεις του καννάβου οδηγού και παρεκκλίνει από αυτόν μόνο ώστε να ακολουθήσει προσωρινά αυτούσιο το σωζόμενο Βυζαντινό δρομίσκο βορειοδυτικά του σπηλαίου. Λόγω της κουραστικής της φύσης η διαδρομή αποφασίζετε να σπα ανά διαστήματα σε πλατύσκαλα στάσης και ανατένισης, όπου τοποθετούνται κομβικά και οι δεξαμενές νερού που τροφοδοτούνται από την καθοδηγούμενη πλέον ροή του, και με τη σειρά τους τροφοδοτούν τον αμπελώνα. Τέλος , και κάνοντας εμφανή και τα εργαλεία αναλογιών με αυτά της κλίμακας τοποθετούνται οι συνθέσεις κατά κανόνα. Προκύπτει έτσι το τοπογραφικό σχέδιο τα επιμέρους στοιχεία του οποίου θα συσχετιστούν τόσο με το τρίπτυχο ανάλυσης της ερευνητικής μου εργασίας (τη γωνία, το φως, και τη σιωπή) αλλά και το πεντάπτυχο ανάλυσης της ασκητικής του Καζαντζάκη. Κανείς έρχεται σε αυτό τον τόπο από το νερό. Ταξιδεύει και προετοιμάζεται. Φτάνοντας, το λιμάνι σηματοδοτεί την αρχή μιας πορείας που πρόκειται να ακολουθήσει. Επισκέπτεται το σπήλαιο, συναντά το όραμα και την πηγή της εν συνεχεία δημιουργίας. Στο μουσείο το σπήλαιο βρίσκει τη στέγη του, αναβιώνεται και διαπραγματεύεται τη γωνία και τον τοίχο. Ανεβαίνοντας μπαίνει στον αμπελώνα, συναντά τις πρώτες δεξαμενές στάσεις και φτάνει στο οινοποιείο. Εκεί όπου λαμβάνει χώρα η πράξη, όπου το σταφύλι γίνεται κρασί , και εκεί όπου ο ξενώνας φιλοξενεί τους επισκέπτες του μοναστηριού μέσα στο φως, ως Μεσόγειους κατοίκους. Ανεβαίνοντας ακόμη συναντά τελικά το μοναστήρι. Συναντά τη σιγή. Εκεί μπορεί να μείνει μόνος. Εκείνος και η σιωπή του.
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή θα μιλήσουμε για το μουσείο. Για τη γωνία και τον τοίχο. Θα αναρωτηθεί ο Κωνσταντινίδης, μεγάλος αρχιτέκτονας, θεωρητικός και εμπνευστής των πρώτων μεγάλων ΞΕΝΙΑ σε όλη τη χώρα: «Γιατί το κτίριο - μουσείο να μη σταθεί σαν ένα απλό υπόστεγο, ανάλαφρο σε κατασκευή, λιτό, απλό και χωρίς αξιώσεις μεγάλης κτιριακής μορφής και ίσως γι’ αυτό το λόγο και εξαιρετικά ωραίο; [...] Και γιατί αισθάνομαι! , δε θα μπορούσε το νέο αυτό υπόστεγο - μουσείο να βρει ένα τόπο κοντά (πολύ κοντά) με τ’ άλλα αμετακίνητα ευρήματα, ώστε να πλαισιώνει όλον τον χώρο σαν ένα σχεδόν αυτονόητο και φυσικό τεχνητό στοιχείο.»
Έτσι σκέφτομαι και γω ένα λεπτό ραδινό στέγαστρο κάτω από το οποίο θα σωθούν ευρήματα τα οποία σήμερα είναι κλεισμένα πίσω από πόρτες. Θα επιστρέψουν στον τόπο τους. Σκέφτομαι την υπόγεια εγκλείστρα και τον ύμνο στο βράχο. Δημιουργείται έτσι ένα ελαφρύ στην όψη μουσείο και μια βαριά υπόγεια χωρική συνθήκη.
Τοποθετείται κομβικά απέναντι από το σπήλαιο στο οποίο απευθύνεται. Ισόγεια την είσοδο νοηματοδοτούν οι δύο τοίχοι και το υγρό στοιχείο. Το στέγαστρο υπερκαλύπτει τόσο κλειστούς όσο και ημίκλειστους χώρους ενώ μια αυλή διαμπερώς του μουσείου δίνει την υπαίθρια εμπειρία ολοκληρώνοντας έτσι ένα τρίπτυχο δυνατοτήτων σε επίπεδο μουσειακής έκθεσης. Ο καθαυτός μουσειακός χώρος συντίθεται από γραμμικούς τοίχους και κολώνες. Τα απολύτως απαραίτητα δηλαδή στοιχεία στήριξης και ταυτόχρονης λειτουργικής διάρθρωσης. Ένα τετράγωνο ανεξάρτητο γυάλινο περίβλημα προστίθεται μόνο για την απαραίτητη προστασία των εκθεμάτων. Η υπόγεια επιλογή θα οδηγήσει σε μια πορεία με ακρίβεια διαστασιολογημένη σύμφωνα με το χωρικό αντίστροφο μιας εγκλείστρας. Όπου από τη μία γίνεται η πρόσβαση και από την άλλη η τροφοδότηση με το στοιχείο της ζωής. Το νερό εδώ ολοκληρώνει την πορεία του γεμίζει για τελευταία φορά τη δεξαμενή του μουσείου πριν υπερχειλίσει φυσικά στον Πατραϊκό. Ο επισκέπτης κατεβαίνει από μια σκάλα πλάτους 2 μέτρων μέσα στο βράχο, μέχρι το βάθος των 10 μέτρων. Εκεί το φως θα τον οδηγήσει τελικά σε ένα δωμάτιο 5 επί 5 μέτρα. Μέσα του ο περιηγητής θα μονάσει προσωρινά με μόνη συντροφιά το βράχο και το λίγο φως. Μπροστά του το νερό θα τον κρατήσει στη ζωή κρατώντας τον όμως και μακριά από την ιερότητα του βράχου. Και όπως το νερό έτσι και εκείνος τελικά θα αναχωρήσει.
Η γωνία. Μια μικρογραφία οικείου τόπου, μια τόσο απλή μα και ιδιαίτερη συνθήκη χώρου που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς. Στο σημείο αρχής των τριών διαστάσεων βρίσκουμε την αρχή της ύπαρξης μας. Τοποθετούμε τον εαυτό μας και κουρνιάζουμε, πασχίζουμε να φτάσουμε στην αρχή του χώρου.
Από τη γωνία αρχίζει ο άνθρωπος, από την κοιλότητα της μήτρας, από τη γωνία ξεκινά και η αρχιτεκτονική που τον περιβάλλει, από τον τοίχο.
Ανηφορίζουμε προς τον αμπελώνα , το οινοποιείο και τον ξενώνα. Ανηφορίζουμε προς το φως. Ο Le Corbusier μετά την επίσκεψή του στην Ελλάδα θα γράψει για ακραίες φωτεινές ή σκοτεινές δυνάμεις της μοίρας, που δρουν με τη βαρύτητα τους σε ανθρώπους εγκατεστημένους στις εσοχές των ξεκάθαρων κατατομών των βουνών και της θάλασσας.
Το σπίτι που στεγάζει τόσο έντονες αντιδράσεις είναι από τη φύση του απαλλαγμένο από πλουμίδια ή μπιχλιμπίδια, αδιανόητα άλλωστε εδώ. Ο άνθρωπος τρέφεται με ελιές, ψωμί και μέλι, ντύνεται με άσπρα μάλλινα. Μένει απλός και δραστήριος στα χέρια και στην καρδιά του.
Σκέφτομαι το οινοποιείο και τον ξενώνα. Δραστηριότητα στα χέρια και την καρδιά. Πρόκειται για ένα συγκρότημα μέσα στα σταφύλια και μέσα στο βράχο. Όπου το τρίπτυχο του κρασιού εδράζεται πάνω στις μεσόγειες κλίνες με τα μεγάλα ανοίγματα προς τον ορίζοντα και τον ήλιο.
Αναφορικά με τον αμπελώνα, η ποικιλία που καρποφορεί και πρωτοεμφανίστηκε στη γειτονική Ναύπακτο είναι η μαλαγουζιά. Πρόκειται για αμπελώνα σε πεζούλες ή αλλιώς αναβαθμίδες φτιαγμένες με ξερολιθιές. Οι ρίζες φυτεύονται σε αναρριχητικό σύστημα σε σειρές με απόσταση μεταξύ των 3,5 - 2,5 - 2,5 - 1 μέτρο από τοίχο σε τοίχο.
Όπως προαναφέρθηκε κομβικά στον αμπελώνα τοποθετούνται δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού από το βασικό κανάλι αλλά και απευθείας, οι οποίες εξυπηρετούν ως σημεία στάσης και αποθήκευσης για τον περιηγητή αλλά και τον εργάτη.
Κάθε ένα από τα τετράγωνα που συνθέτουν το οινοποιείο στεγάζει διώροφα και από μία φάση της ζωής του κρασιού. Τη ζύμωση - διήθηση, την αποθήκευση - παλαίωση και την εμφιάλωση - κατανάλωση. Εκατέρωθεν υπάρχουν προσβάσεις για τους περιηγητές αλλά και μαζικά για εργάτες περισυλλέκτες.
Το κτίσμα όπου πραγματοποιείται η ζύμωση χαρακτηρίζεται από τις ανακλαστικές επιφάνειες των ανοξείδωτων δεξαμενών. Ταξινομούνται περιμετρικά και προσβαίνονται από κομβικά τοποθετημένα πατάρια εξυπηρέτησης. Εδώ το φως επιτρέπεται στο βαθμό που εξυπηρετεί στη λειτουργική εργασία γύρω από τις δεξαμενές.
Στο δεύτερο κτίσμα το κρασί αποθηκεύεται. Το επαναληπτικό μοτίβο των βαρελιών δίνει στο χώρο χαρακτήρα. Στοιβάζονται σε δύο συνδεδεμένες δίπατες βασικές νησίδες για να προσβαίνονται όλα με την ίδια ευκολία. Μυρίζει ξύλο και κρασί. Το φως εδώ δεν επιτρέπεται παρά σε μικρό βαθμό. Το ημίφως εξυπηρετεί στη διαμόρφωση περιβαλλοντικών συνθηκών κατάλληλων για την καλύτερη παλαίωση.
Τελικά, το κτίσμα της εμφιάλωσης και κατανάλωσης. Τα μπουκάλια κρασιού ντύνουν επαναλαμβανόμενα τους τοίχους. Ο χώρος συντίθεται από κλειστούς εργαστηριακούς χώρους και χώρους εστίασης μονού ή διπλού ύψους. Εδώ το φως επιτρέπεται άπλετο. Μια διονυσιακή συνθήκη στο μπλε και στην πέτρα.
Το οινοποιείο εδράζεται επί του ξενώνα και αυτός χωροθετείται σύμφωνα με τις προβολές του. Αποτελείται έτσι από τρεις εστίες ύπνου κάθε μια από τις οποίες περιλαμβάνει τέσσερα δωμάτια χωρητικότητας πέντε ατόμων. Ανά δύο τα δωμάτια μοιράζονται ένα μικρό χώρο κουζίνας. Πρόκειται συνολικά για ένα ξενώνα 60 ατόμων. Στους υπολειπόμενους χώρους που προβάλλονται, χωνεύονται ο χώρος εστίασης με το μαγειρείο καθώς και ένας μικρός χώρος προσευχής.
Στο δωμάτιο τα κρεβάτια ρυθμικά και επάλληλα οδηγούν προς την οπτική εκτόνωση στο μπαλκόνι και το κάδρο του ορίζοντα. Όλα εδώ είναι εμφανή. Το δωμάτιο γεμίζει φως και η θάλασσα δίνεται προς ενατένιση είτε μέσα είτε έξω από αυτό. Οι φιλοξενούμενοι ζουν μοιραζόμενοι ένα κομμάτι Μεσογείου.
Κοινός τόπος για όλους αυτός ο χώρος περισυλλογής και προσευχής. Ένας περίκλειστος χώρος απομόνωσης αρχικά, ακολουθείται ύστερα από στασίδια εν σειρά να τείνουν προς το φως. Το μόνο φως του δωματίου που ξεφεύγει μέσα από μια χαραμάδα στην πλάτη της τράπεζας.
Φως λευκό έως κόκκινο, μαλακό ή σκληρό, άτονο ή έντονο, για μια στιγμή ακίνητο, αέναα σε κίνηση. Σαν μια διαρκής παρουσία μέσα σε έναν άδειο χώρο που δεν είναι ποτέ άδειος. Και ο αρχιτέκτονας. Τρυπά τον τοίχο της επιστήμης του έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί αυτό το άπλετο εργαλείο. Ένα άνοιγμα ψηλά η στο πλάι, μεγάλο η μικρό, σχισμή ή παράθυρο, ένα η περισσότερα. Κάθε συνδυασμός και μια ιστορία προσωπική αλλά πανανθρώπινη.
Ο κόπος του περιηγητή κορυφώνεται και ανταμείβεται αντικρίζοντας το μοναστήρι του. Το χώρο σιωπής που αναζητούσε. Ο Juhani Pallasmaa, σπουδαίος Φινλανδός θεωρητικός της αρχιτεκτονικής θα πει πως: «Η πιο απαραίτητη ακουστική εμπειρία που δημιουργείται από την αρχιτεκτονική είναι η ηρεμία. Η αρχιτεκτονική παρουσιάζει το δράμα της κατασκευής σιωπηρό μέσα στην ύλη το χώρο και το φως. Τελικά, η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη της απολιθωμένης σιωπής. Μια δυνατή αρχιτεκτονική εμπειρία ησυχάζει όλους τους εξωτερικούς θορύβους, επικεντρώνει την προσοχή μας στην ίδια μας την ύπαρξη, και όπως με κάθε τέχνη, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τη θεμελιώδη μοναξιά μας.»
Η συνθετική λογική που παρατηρήθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου θα αποτυπωθεί στιγμιοτυπικά και στο νέο μοναστήρι. Ένας πύργος, ένας τοίχος και μια σπηλιά θα το συνθέσουν. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην τοποθέτηση προκειμένου να εξυπηρετείται συνθετικά και να ακουμπά στην αγκαλιά του βράχου σε επίπεδο τοπογραφίας αλλά και να κάνει την παρουσία του αισθητή δια της θαλάσσης μαζί και την αναλογική του σχέση με το βουνό που το φιλοξενεί.
Δημιουργήθηκε έτσι ένα μοναστικό συγκρότημα που διασταυρώνει τη χαράδρα και στολίζει το βράχο κρύβοντας εκεί τον ιερό του χώρο. Ένα μοναστήρι, για να υπάρξει κανείς μόνος, με τον προσωπικό του Θεό. Ένας πολυθρησκευτικός αν θέλετε χώρος, για την πνευματική ανάταση του κάθε επισκέπτη ή μοναχού. Ένας πύργος στρέφεται προς τον ουρανό και νοηματοδοτεί το σταυροδρόμι της εισόδου.
Πρώτα θα μελετηθεί ο χώρος των κελιών. Μια μονάδα που κοιμίζει τους μοναχούς εδραζόμενη πάνω σε χώρους προσευχής. Η όψη που τη διατρέχει διαμορφώνεται σύμφωνα με μοναστηριακές αναφορές από τη νησιώτικη κατά βάση Ελλάδα, η οποία συνθετικά παιδεύει το φως και τη θέα. Ισόγεια κρύβεται μέσα στον βράχο και πίσω από την προστασία του τοίχου ο βασικός χώρος προσευχής των μοναχών.
Πρόκειται για έναν χώρο ιερό, απαλλαγμένο από περιττά στοιχεία με μόνες αναφορές το βράχο τις μαλτεζόπλακες του δαπέδου και το λιγοστό φως που επιτρέπει το ύψος του τοίχου. Η σπηλαιώδης ιερότητα στη συναρμογή βράχου και τσιμέντου συνθέτουν τα απαραίτητα ιεροτελεστικά εργαλεία.
Εν συνεχεία οι πυλώνες της σύνθεσης. Κούφιες χοάνες που τη διατρέχουν καθ’ ύψος και επιτρέπουν μόνο την ισόγεια ατομική είσοδο παρέχοντας απομόνωση. Ένα κάθισμα και φως από ψηλά γυμνώνει το χώρο και τον επισκέπτη του.
Στους υπόλοιπους ορόφους η ίδια χοάνη φωτίζει τους διαδρόμους και προσφέρει στιγμιότυπα μόνο της ισόγειας προσωπικής τελετής. Οι διάδρομοι οδηγούν τους μοναχούς στα κελιά, 60 τον αριθμό, 30 ανά όροφο, διακόπτονται από δύο βασικά κλιμακοστάσια ενώ εκτονώνονται στην όψη μιας καμπάνας που ρυθμίζει με τους χτύπους της την καθημερινότητα των ακροατών της.
Το κελί. Ο απόλυτος καθρέφτης του χωρικού κυνισμού. Δείγματα ελάχιστων χώρων. Προσωπικές γωνίες πνευματικής χώνεψης και περαιτέρω συλλογισμού. Τι χρειάζεται κανείς για να υποσταθεί στον προσωπικό του χώρο; Ένα κρεβάτι για ανάπαυση, ένα μπάνιο για υγιεινή, ένα γραφείο για σκέψη, μια ντουλάπα για την αναπόφευκτη αποθήκευση, ένα παράθυρο για το φως. Φως που έρχεται άμεσα ή διάχυτα. Η θέα δεν δίνεται αλλά η πρόσβαση σε αυτή είναι εφικτή κατ’ επιλογή.
Αναφορικά με τον πύργο. Πρόκειται για μια βαριά ψηλή κατασκευή. Ένας χώρος βιωματικός και συμβολικός. Ισόγεια κάνει λόγο για την επίγεια ζωή, το στιγμιαίο φως και τον αέρα, τον πολλαπλασιασμό τους αλλά και την τάση τους προς την υψηλότερη φυγή. Μια νησίδα χρυσών αναλογιών και γύρω νερό. Η πρώτη των δεξαμενών.
Και έπειτα ολόκληρο το υπόλοιπο κουφάρι. Ένας χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί στ’ αλήθεια να μονάσει. Ετυμολογικά σωστός. Να ζήσει δηλαδή για λίγο μόνος. Μόνος στο χώρο και μοναδικός για το χώρο. Η πρότερη νησίδα γίνεται τώρα ένα απροσέγγιστο άνοιγμα στον ουρανό του οποίου αντιλαμβάνομαι τη φύση από το απεσταλμένο του φως που χτυπάει στον τοίχο και παραμορφώνεται. Κάτω από αυτό το θεϊκό φως μπορώ να πω όπως ο Rainer Maria Rilke πως ήμουν θεσπέσια μόνος.
Το τρίτο και τελευταίο κτίσμα είναι αυτό που υποδέχεται πρώτο οπτικά τον επισκέπτη. Έπρεπε λοιπόν να μιλήσει σε αυτόν με μία γλώσσα πανανθρώπινη. Να αφορά τον ίδιο και τον τόπο. Ο επισκέπτης έχει αναγνωρίσει έχει βιώσει το τοπίο ανεβαίνοντας το. Με το ρυθμό που αυτό έδωσε στον καρδιακό του παλμό.
Έτσι παίρνοντας αυτή του την ανοδική πορεία και ξεδιπλώνοντας τη στο ανάπτυγμα της εντοπίζουμε και αποτυπώνουμε γραμμικά τα διαστήματα κούρασης και ανάπαυσης του αναβάτη. Το διάγραμμα που προκύπτει θα αποτελέσει και το βασικό γνώμονα εσωτερικής διαμόρφωσης αλλά και στατικής δομής του κτιρίου. Οι καρδιακοί χτύποι μεταφράζονται σε ενδιάμεσα ανοίγματα η πυκνότητα των οποίων καθορίζεται από τα βασικά διαστήματα που έχουν προηγουμένως χαραχθεί στην όψη.
Με τον τρόπο αυτό η όψη του μοναστηριού γίνεται καθρέφτης της πορείας που διάνυσε ο άνθρωπος μέχρι να φτάσει σε αυτή, όπως αποτυπώνεται από την κατάσταση του καρδιακού του ρυθμού καθώς ανεβαίνει τη χαράδρα. Το κτίριο εξυπηρετείται από δύο βασικά κλιμακοστάσια καθώς και από μια ράμπα που σκαρφαλώνει στην πλάτη του. Οι βασικές χαράξεις της όψης παρουσιάζονται και ως η ισόγεια στατική δομή του κτιρίου που διατρέχει και καθορίζει την εσωτερική διάρθρωση των προγραμμάτων που φιλοξενεί. Της τραπεζαρίας και της βιβλιοθήκης.
Έτσι στον πρώτο όροφο η τραπεζαρία διαμορφώνεται με τους χώρους μαγειρείου, εξυπηρέτησης, κατανάλωσης και υγιεινής , ενώ στο κέντρο ανασαίνει διώροφα συνδεόμενη με το χώρο της βιβλιοθήκης επιτρέποντας έναν πιο χαλαρό λειτουργικά χώρο. Η βιβλιοθήκη αντίστοιχα διαμορφώνεται εν σειρά με τους χώρους υποδοχής, βιβλιοστασίων, ανάγνωσης, αναζήτησης υλικού και υγιεινής. Και στους δύο χώρους η όψη μιλά στην κάτοψη. Στα σημεία που πληθαίνουν τα ανοίγματα τοποθετούνται οι χώροι παραγωγής τροφής και γνώσης, τα μαγειρεία και τα βιβλιοστάσια αντίστοιχα, ενώ εκεί που αραιώνουν οι χώροι κατανάλωσης τους, τα τραπέζια.
Τι εκφραστικό μέσο η σιωπή! Ένας ακόμη μεσολαβητής, υποκινητής της φαντασίας. Να φτιάχνεις για τον άνθρωπο έναν μηχανισμό ονείρου και ο άνθρωπος να ονειρευτεί μέσα του. Τι τύχη για έναν αρχιτέκτονα. Να πληρεί τους τοίχους του με σιωπή για τον άνθρωπο να ησυχάσει. Μπορώ τώρα να σιωπήσω μαζί με το χώρο. Υπερακούω. Ήχους που ποτέ πριν δε γνώριζα. Τον ήχο που κάνει το φως όταν πέφτει στον τοίχο. Ακούω την ανάσα μου, τους παλμούς μου. Μα ακόμα και αυτά θέλω να τα σταματήσω για να ακούω καλύτερα. Υπερακούω.
Αφήνω για το τέλος μια συνολική εικόνα της σύνθεσης όπως θα την αντίκριζε κάποιος προσεγγίζοντας τη Βαράσοβα δια της θαλάσσης. Ο νοητός κάνναβος και οι χρυσές αναλογίες που απλώνονται στο βουνό είναι διακριτές . Χαμηλά το λιμάνι υποδοχής και εν σειρά το σπήλαιο, το μουσείο, ο αμπελώνας με το οινοποιείο - ξενώνα και στην κορυφή το νέο μοναστήρι. Χρησιμοποιώ εδώ μια ορολογία που πρωτοάκουσα στην ερευνητική της συμφοιτήτριας μου Μαριέττας Γκάτση, όταν λέω πως η αρχιτεκτονική μου ελπίζω να είναι εντοπισμένη. Να είναι δηλαδή σύμφωνη με της προσδοκίες του τόπου που της ανατέθηκε.
Εδώ μια τελευταία συνολική απεικόνιση αυτή τη φορά πάνω από το μοναστήρι και προς τους πρόποδες και τη θάλασσα. Θα κλείσω με μια πρόταση και ένα παράπονο του Rainer Maria Rilke , ενός σπουδαίου Αυστριακού ποιητή, που τόσο νομίζω ταιριάζει σε έναν τόπο όπως αυτός της Βαράσοβας , που λέει: «Ω, νοσταλγία των τόπων που δεν αγαπήθηκαν όσο τους έπρεπε στη διαβατική τους την ώρα.» Σας ευχαριστώ.»






