ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 3.4.2026
Τη διαχείριση της κρίσης και της ενεργειακής μετάβασης μέσω της αγοράς προκρίνουν οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει σχέδιο νόμου του ΥΠΕΝ ενώ η οικολογική προσέγγιση προκρίνει τη μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση της κατανάλωσης και στην προστασία πολύτιμων οικοσυστημάτων από την ενεργειακή υποδομή, τονίζουν οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ -Οικολογία. Εκτιμούν ότι η απουσία Χωροταξικού Σχεδιασμού σημαίνει ότι η χωροθέτηση θα συνεχίσει να γίνεται με πρωτοβουλία των επενδυτών και όχι βάσει ενός κεντρικού σχεδιασμού που
προστατεύει το τοπίο και τη βιοποικιλότητα. Και καταγγέλλουν ότι η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι τις 14.4.2026, δηλαδή έως την τρίτη ημέρα του Πάσχα!
Υποτίθεται ότι το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποτελεί μια απαραίτητη τεχνολογική προσαρμογή στις ευρωπαϊκές οδηγίες και τέθηκε στις 31/3/2026 σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση με τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 - Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας - Επείγουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις - Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας - Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του».
Ως μια πρώτη απάντηση οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ -Οικολογία κάνουν την εξής κριτική:
- Εκδημοκρατισμός της Ενέργειας
Αν και είναι θετική η ενσωμάτωση των μικρών και κινητών συστημάτων αποθήκευσης (οικιακές μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα), το κρίσιμο ερώτημα είναι το κόστος πρόσβασης. Αν οι τεχνολογίες αυτές (έξυπνη φόρτιση, μπαταρίες) παραμένουν προσιτές μόνο σε εύπορα νοικοκυριά, τότε η «ενεργειακή μετάβαση» κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες κοινωνικές ανισότητες.
- Ενεργειακές Κοινότητες και Τοπική Αυτοδιοίκηση
Η πρόβλεψη για τη Δυτική Ελλάδα και τη συμμετοχή Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ) είναι ένα βήμα προς την ενεργειακή κυριαρχία των τοπικών κοινωνιών. Οι Ενεργειακές Κοινότητες στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν από μεγάλα επενδυτικά σχήματα ως «όχημα» για προνομιακή πρόσβαση στο δίκτυο. Το νομοσχέδιο πρέπει να διασφαλίζει ότι η προτεραιότητα δίνεται στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας και στην αυτοκατανάλωση, και όχι στην κερδοσκοπία.
- Προστασία φυσικών οικοσυστημάτων
Οι «σημειακές διορθώσεις» για αντλησιοταμίευση, μικρά υδροηλεκτρικά και υπεράκτια αιολικά συχνά κρύβουν περιβαλλοντικές εκπτώσεις. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχουν τα μικρά υδροηλεκτρικά λόγω της αλλοίωσης της κοίτης των ποταμών και της βιοποικιλότητας, συχνά παραγνωρίζονται στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ενώ δεν συνυπολογίζονται οι συνδυαστικές επιπτώσεις με άλλες ενεργειακές ή τεχνικές παρεμβάσεις επί των υδατικών οικοσυστημάτων. Επίσης, οι «ρυθμίσεις για κοινωφελείς χρήσεις» σε δασικές εκτάσεις μπορεί να αποτελούν «κερκόπορτα» για αποχαρακτηρισμούς υπό το πρόσχημα της πράσινης ανάπτυξης. Τα υπεράκτια αιολικά, ενώ είναι απαραίτητα, η χωροθέτησή τους πρέπει να σέβεται τα θαλάσσια οικοσυστήματα και το τοπίο, χωρίς να θυσιάζονται τα πάντα στον βωμό της ταχείας αδειοδότησης.
- Τεχνοκρατική Προσέγγιση
Το νομοσχέδιο κινείται εντός των πλαισίων του «Πράσινου Καπιταλισμού». Εστιάζει στην τεχνολογική αναβάθμιση και τη λειτουργία της αγοράς. Από την πλευρά της πολιτικής οικολογίας, λείπει η συζήτηση για τη μείωση της ζήτησης. Δεν αρκεί να κάνουμε τις πηγές «πράσινες» αν το μοντέλο αέναης οικονομικής μεγέθυνσης συνεχίζει να απαιτεί ολοένα και περισσότερη ενέργεια, εξαντλώντας τους πόρους του πλανήτη.
- Γραφειοκρατία και Δασικοί Χάρτες
Η απλοποίηση των μεταβιβάσεων για πολίτες που έχουν δικαιωθεί στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠΕΑ) είναι μια δίκαιη ρύθμιση που μειώνει την κρατική αυθαιρεσία. Ωστόσο, η βιασύνη για «τακτοποίηση» εκκρεμοτήτων δεν πρέπει να οδηγήσει σε τετελεσμένα γεγονότα σε βάρος των δασικών οικοσυστημάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα (Άρθρο 24). Σε συνδυασμό με το βιαστικό κλείσιμο του Κτηματολογίου, που αφήνει πολλές μικροϊδιοκτησίες βορρά στο αρπακτικό real estate που έχει προκριθεί από τις μνημονιακές πολιτικές, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η "κτηματολογική τακτοποίηση" χρειάζεται επανεξέταση και περισσότερη κοινωνική αρωγή ώστε να προστατευτεί τόσο η μικροϊδιοκτησία, όσο και τα δασικά οικοσυστήματα.
Και ενώ το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προσπαθεί να επιταχύνει τις διαδικασίες και να εισάγει νέες τεχνολογίες, το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ -το οποίο θα έπρεπε να είναι ο «οδικός χάρτης» για το πού επιτρέπεται να χωροθετηθεί τι- παραμένει σε εκκρεμότητα από το 2019.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προσπαθεί να «θεραπεύσει» την απουσία του Χωροταξικού με τους εξής τρόπους:
Α. Εισαγωγή «Ζωνών Επιτάχυνσης» (Renewable Acceleration Areas). Με την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413 (RED III), το νομοσχέδιο εισάγει την υποχρέωση προσδιορισμού περιοχών όπου η αδειοδότηση θα γίνεται εξπρές. Δημιουργεί ένα «κανάλι» για έργα σε περιοχές με χαμηλή περιβαλλοντική ευαισθησία (π.χ. υποβαθμισμένες εκτάσεις, λατομεία). Χωρίς το Εθνικό Χωροταξικό, ο ορισμός αυτών των ζωνών κινδυνεύει να γίνει αποσπασματικά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συνολική φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής.
Β. Ρυθμίσεις για Υπεράκτια Αιολικά και Αποθήκευση. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει διατάξεις που «ξεκλειδώνουν» συγκεκριμένες κατηγορίες έργων (π.χ. υπεράκτια αιολικά, αντλησιοταμίευση). Δίνει λύσεις σε κενά που δεν προέβλεπε το παλιό χωροταξικό του 2008 (το οποίο ισχύει ακόμη!). Ωστόσο, πρόκειται για «πυροσβεστικές» ρυθμίσεις. Αντί να έχουμε ένα ενιαίο σχέδιο, το κράτος νομοθετεί «κατά περίπτωση», γεγονός που αυξάνει την ανασφάλεια δικαίου και τις προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).
Γ. Ψηφιοποίηση και Μητρώα. Η δημιουργία του Ηλεκτρονικού Μητρώου Αυτοκαταναλωτών και η χρήση δεδομένων για την έξυπνη φόρτιση στοχεύουν στον καλύτερο έλεγχο του ηλεκτρικού χώρου. Επιτρέπει στο Υπουργείο να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού υπάρχει κορεσμός στο δίκτυο, κάτι που αποτελεί έμμεσο εργαλείο χωροθέτησης (δηλαδή, δεν επιτρέπεται έργο εκεί που δεν «χωράει» το δίκτυο).
Γιατί καθυστερεί το Εθνικό Χωροταξικό;
Η καθυστέρηση των 7 ετών (παρά τις πρόσφατες δηλώσεις ότι θα τεθεί σε διαβούλευση «εντός της άνοιξης του 2026») οφείλεται κυρίως στο πολιτικό κόστος (ο καθορισμός «Ζωνών Αποκλεισμού» προκαλεί αντιδράσεις τόσο από επενδυτές όσο και από τοπικές κοινωνίες), στη σύγκρουση με τον τουρισμό (το νέο Χωροταξικό για τον Τουρισμό, που επίσης αναμένεται, πρέπει να «κουμπώσει» με αυτό των ΑΠΕ - αν το ένα επιτρέπει ξενοδοχεία και το άλλο ανεμογεννήτριες στο ίδιο σημείο, το πρόβλημα παραμένει) και στα περιβαλλοντικά δεδομένα, καθώς η σύνταξη της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) είναι εξαιρετικά σύνθετη, ειδικά μετά τις αυστηρές αποφάσεις του ΣτΕ για την προστασία των απάτητων βουνών.
Το νομοσχέδιο αυτό προσπαθεί να λειτουργήσει «ταχυδακτυλουργικά» και να προωθήσει την ενεργειακή μετάβαση με όρους αγοράς. Ωστόσο, η απουσία του Χωροταξικού Σχεδιασμού σημαίνει ότι η χωροθέτηση θα συνεχίσει να γίνεται με πρωτοβουλία των επενδυτών (όπου βρουν οικόπεδο και δίκτυο) και όχι βάσει ενός κεντρικού σχεδιασμού που προστατεύει το τοπίο και τη βιοποικιλότητα.
Το νομοσχέδιο πατάει «γκάζι», αλλά το κράτος δεν έχει φτιάξει ακόμα τον «χάρτη», με αποτέλεσμα ο κίνδυνος για συγκρούσεις χρήσεων γης να παραμένει στο κόκκινο.







