Ela na paiksoume

Koumpouriana

27 - 09 - 2022
Καταφύλλι
Σύλλογοι
Είσοδος μελών
Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 133 guests και κανένα μέλος

Παραπομπές
Ενημέρωση - ψυχαγωγία

00 Fridas Gianis Και προσοχή! μη ρίξετε στη γλώσσα μου πιπέρι.

 Θα γίνει καυτερότερη, κανέναν δε συμφέρει…
                                     ο καφετζής

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑνΗ

 Ντομάτες και γιαούρτια

   Η υποδοχή που έτυχε το πρώτο μακροσκελές και κουραστικό κείμενο, που φιλοξενήθηκε στο katafylli.gr ήταν κάτι που δεν περίμενα. Με συγκίνησε, αλλά και με φόβισε. Γιατί με φόβισε; Γιατί έφθαναν αυθορμήτως οι
θιγόμενοι κι άλλος πέταγε ντομάτες, άλλος γιαούρτι, κιότεψα. Είκοσι εφτά κιλά σάλτσα έβγαλα κι από γιαούρτι, ούτε στη στάνη του Μαλαμούλη δεν είχαν τόσο. Πέταγαν και λεμόνια, αλλά στυμμένα. Το πετάει ο άλλος το λεμόνι άστιφτο; Δυόμισι ευρώ κάνει το κιλό. Είναι απ’ την Αργεντινή σου λέει ο μανάβης. (Ε, καλά με τόσα λεφτά αγοράζω και παίχτη απ’ την Αργεντινή, φτηνότερα θα μου έρθει.)

   Άλλοι με έπαιρναν τηλέφωνο και με απειλούσαν. Δε θα σε τρακάρουμε πουθενά, μου έλεγαν, θα σε ξεμεσιάσουμε. Παραιτήθηκε κι ο Τόσκας τώρα. Ποιος θα με προστατέψει;

   Άρχισα κι εγώ τα γνωστά. Δεν ήθελα να πω αυτό. Δεν το καταλάβατε καλά. Ο δαίμων του Καταφυλλίου φταίει. Και κάτι γενόσημα χάπια που παίρνω με πείραξαν, γιατί ήταν ληγμένα. Να τα μπαλώσω, όπως όπως, καταλαβαίνετε…

   Επαναφέρω την πρότασή μου: Πόσα δίνετε να μην ξαναγράψω; Το χρέος της πατρίδας δεν πληρώνετε, μην κρατάτε τα λεφτά σας γι’αυτό, δώστε τίποτα τουλάχιστον να πληρώσετε το δικό μου χρέος και …σαουριάζω, δεν σας ξαναενοχλώ.

 

Ένα ν μικρό και πολύ σου πέφτει…

   Όσοι διαβάσατε το προηγούμενο ¨ΚΑΦΕΝΕΙΟ¨ θυμάστε που βρήκα και κράτησα το Ν του Βαρουφάκη. Την άλλη μέρα είδα ένα φάκελο κάτω απ’ την πόρτα . Αμάν, λέω κι άλλος λογαριασμός… Ανοίγω, βρίσκω ένα σημείωμα μέσα. Έγραφε: «Ο δικός σου εγκέφαλος είναι τόσο λίγος που δεν χρειάζεται τρία Ν για να οξυγονώνεται. Ένα ν μικρό και πολύ σου πέφτει» και αντί για υπογραφή ένα, ΟΜΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ

και τίποτε άλλο…

 

Ου ένφιας κι ου φιπιάς

   Ο Οδυσσέας πέρασε λέει τη Σκύλα και τη Χάρυβδη. Σιγά το κατόρθωμα. Δεν είδε θηρία σαν τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΙΠΙΑ. Και να τα περνάς κάθε μέρα. Αυτός νια βουλά πέρασε και το ’κανε θέμα. Κι αν δεν ήταν Αύγουστος, που είχε ξεμείνει ο Όμηρος από ειδήσεις, ούτε στα ψιλά της εφημερίδας του δεν θα το έβαζε.

 

Λωτοφάγοι…

   Ο Όμηρος, άνθρωπος του συστήματος, μενουμευρωπαίος και εθνίκι (κατά πως λέει ο Καρανίκας τουλάχιστον) έγραφε αυτά, και μόνον αυτά, που εξυπηρετούσαν το σύστημα. ΄Ετσι, ενώ περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την επιστροφή του Οδυσσέα (πού πήγε, σε ποια ξενοδοχεία έμενε, τις μουσικές του προτιμήσεις, το αγαπημένο του πρωινό) κουβέντα για το τι απέγιναν οι λωτοφάγοι σύντροφοί του. Σήμερα το ¨ΚΑΦΕΝΕΙΟ¨, μετά από ενδελεχή και εμπεριστατωμένη (προσέξτε τις λέξεις, αλλά μη με ρωτήσετε τι σημαίνουν, γιατί δεν ξέρω) και με βάση την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου (σαρακατσάνος που γεννήθηκε στο Μεσοβούνι) αποκαλύπτει:

 Οι λωτοφάγοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Απόγονοί τους οι σημερινοί Έλληνες.

 Γι’ αυτό: ξεχνάμε τι ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε αυτούς που καταψηφίζουμε

        ξεχνάμε να υποβάλουμε δηλώσεις και να πληρώσουμε εφορία

        ξεχνάμε να πληρώσουμε τέλη κυκλοφορίας, λογαριασμούς, δάνεια και

        ξεχνάμε ότι ξεχνάμε (κι άλλα ήθελα να γράψω, αλλά τα ξέχασα)

 Γι’ αυτό κάποιοι μας δουλεύουν λέγοντας: «οι Έλληνες έχουν και μνήμη και κρίση»

   Λάθος! Οι Έλληνες έχουν κρίση (αξιών, οικονομική) γιατί δεν έχουν μνήμη…

 Αλλά, τι φταίμε; Η κληρονομικότητα. Τα γονίδια. Απόγονοι λωτοφάγων!!!

 Και μια απορία: Οι σύντροφοι, λέει, του Οδυσσέα. Γιατί τ’ς έλιγι έτσι, κομμουνιστής ήταν. Κι πώς γίνεται κομμουνιστής μι ατράνταχτη πιριουσία σ’ν Ιθάκη; Τέτιου Ε9 ούτε ο Κυριάκος δεν έχει.

 

Πηνελόπη

   Στο Δήμο Αργιθέας μαζεύτηκαν πολλοί μνηστήρες, ούτε Πηνελόπη να ήταν. Περιφέρονται λοιπόν καιρό τώρα και περιμένουν την απόφασή της για το ποιον θα πάρει. Ένα τραγούδι έχουν στο στόμα τους «αυτά τα μάτια Δήμο μ’ τα ’μορφα, τα φρύδια σ’ τα γραμμένα…». Άμα ακούσετε κανέναν να το τραγουδάει να ξέρετε, μνηστήρας… Πολλή Οδύσσεια παίζει σήμερα!

 Θα σας δώσω τώρα τα ονόματα κάποιων μνηστήρων της Ιθάκης κι εσείς κολλάτε τα σε όποιον μνηστήρα της Αργιθέας θέλετε. Να σας βάλω στο ντορό θέλω μόνο.

 ΑΝΤΙ-ΝΟΟΣ: Είναι η ΑΝΤΙ-ΝΟΗΣΗ, που θολώνει την πραγματικότητα για να μην σκεφτόμαστε καθαρά. Έτσι οδηγούμαστε στην υποταγή και κάθε είδους δουλεία.

 ΕΥΡΥ-ΜΑΧΟΣ: Αυτός που μάχεται με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον, ο αδίστακτος μαχητής.
ΑΜΦΙ-ΝΟΜΟΣ: Αυτός που διαστρεβλώνει τον νόμο και την τάξη των πραγμάτων.
ΑΓΕ-ΛΑΟΣ: Αυτός που άγει τον λαό, που τον παρασύρει με την βοήθεια του ΑΝΤΙ-ΝΟΟΥ.

   Άιτε, τώρα ο Τσιβόλας, που έχει το ρόλο του Οδυσσέα, να τα βγάλει πέρα που δεν τσάκωσε τόξο ποτέ στα χέρια του. Ένα ριχτάρι ήξερε να ρίχνει απ’ το μύλο τ’ Παληαντώνη μέχρι τ’ Μεζήλ’. Πιάνονται οι μνηστήρες με το ριχτάρι; Τι είναι ασπρίτσες; Για τρανύτερα ψάρια όμως φκιάνει σιλπί, απ’ ότι μαθαίνω.

 

Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης…

   Βάρεσα παράνομα ένα αγριογούρουνο, πήγα αυτόφωρο, και το μισό μου το πήρε ο δικαστής για να κάνει δεκτή την απολογία μου και να με αθωώσει (αθιώσι είναι κανονικά).

 Απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης:

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Γιατί το βάρεσες το αγριογούρουνο;

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ήμουν εν βρασμώ ψυχής. Και του δείχνω με τρόπο ότι θα του δώσω δυο βρασιές.

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αποκλείεται, μου λέει. Στη φύση ο άνθρωπος ηρεμεί, δεν βράζει.

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Βρισκόμουν σε νόμιμη άμυνα. Ταυτοχρόνως διπλασιάζω τις βρασιές, πάει το μπροστινό κομμάτι.

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αλλού αυτά, μου απαντάει. Τα αγριογούρουνα είναι άκακα ζώα. Πιο πολύ θα με έπειθες, αν μου έλεγες ότι σου επιτέθηκε ένα αρνί.

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Τόσο ξέρ’ς τόσο λες, είπα μέσα μ’. Κόταγα να το πω δυνατά. Με πρόσβαλε του γ’ρούνι τ’ λέου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γλιτώσω κι αβγατάου τ’ς βρασιές, πάει κι το ψαρονέφρι.

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι σου ’πε;

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ότι εσείς οι άνθρωποι είστε πιο γ’ρούνια απ’ τα γ’ρούνια. Όθε περνάτε το κάνετε σκουπιδαριό. Με τρόπο πάλι του δίνω να καταλάβει ότι θα του δώσω κι το μπούτι. Πάει το μισό. Αν συνεχίσει κι άλλες ερωτήσεις, σκέφτομαι, θα περάσουμε απέναντι στο άλλο μισό.

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αθώος! Έχ’ς δίκιου! μ’ λέει.

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ευχαριστώ πουλύ, κυρ’ δικαστή μ’. Η δικιουσύνη έλαμψι! Έτσι και δεν έλαμπε το τομάρι θα μου έμενε στο τέλος. Τι να το κάνει το τομάρι ο δικαστής, γουρ’νουτσάρ’χα; Αρέ αυτοίνοι έχουν λεφτά, αγοράζουν ό,τι παπούτσι θέλουν. Μην τ’ράτι ιμείς πο ’χουμε τα καβουτσούκια για του παν’γύρι.

 ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Πρόσεξε μόνο μην γίνεις υπότροπος κι ματανταμώσουμε!

 ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Δε γένουμι, δε μι ματαγλέπ’ς ιδώ. Τώρα τι είναι αυτός ο υπότροπος, θα ρωτήσω τον Μπάμπη και θα σας πω.

 «Από όλα τα επίγεια αγαθά προτιμήσαμε τη δικαιοσύνη. Μόνο αν φέρουμε αυτή κοντά στο λαό θα μπορέσει η αυτοκρατορία να αποκρούσει τους εχθρούς της».
                                                  (Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος)

Ποιος ξέρει κι αυτός για να παινάει τ’ δικιουσύνη με κάνα γ’ρούνι τουν τσάκουσαν…

 

Γαμπροί και σώγαμπροι

 Αν πεις το πράσο για φαί και το γουμάρι για πράμα κι το γαμπρό για συγγενή…
                                                                                                     (λαϊκή παροιμία)

   Στη Στεφανιάδα τους γαμπρούς δεν τους έχουν σε υπόληψη. Οι περισσότεροι έρχονταν για να γίνουν σώγαμπροι, γιατί είχε καλόν τόπο για κτηνοτροφία. (αμ, για τ’ς Στεφαννιώτ’σες νομίζετε έρχονταν) Αυτό το γράφει και ο αείμνηστος παπα – Γιώργης Στάθης. Κι αν λέω εγώ ψέματα, ο παπάς δε λέει. Λένε οι παπάδες ψέματα; Ποτέ. Εκτός και τους πειράζει η αλήθεια. Λέου μη δε φτάσει αυτό ως τον Αμβρόσιο και φάω κανέναν αφορισμό, πάνω που άρχισα να πηγαίνω για ψ’χή. (Άμα του πω ότι δεν ψήφισα Τσίπρα θα τη γλιτώσω, αλλά απ’ τον Τσίπρα δε γλιτώνεις ψήφισες δεν ψήφισες)

   Γαμπρός να γίν’ς στ’ Λιουντίτ’. Και καλά κορίτσια οι Λεοντίτ’σσις και θυσία οι Λεοντίτις. Αν ήξεραν οι γαμπροί τη δύναμή τους εκεί θα έβαζαν τους ντόπιους να κάνουν κουλουτούμπες απ’ κάτ’ στουν πλάτανου. (αμ, γιατί την έφτιασε την πλατεία ο Τσιβόλας). Κάποτε μου έταζαν μία εκεί, καλό κορίτσι (απροίκιωτο βέβαια),αλλά δίστασα. Ζιρβό τ’ Μαρκιλέσι, ζιρβό κι τ’ Λιουντίτ’ πού να πας. Κιο άμα είνι να μη γλέπ’ς ήλιο πουτέ πας κι στα Ραγάζια απ’ κάτ’ στα Σπιτάκια, που θα ’χεις και γείτονα χρυσόν άνθρωπο, τον Κώστα Καζιακούρα.

 Η προξενήτρα επέμενε. Θα πιράεις καλά στ’ Λιουντίτ’. Θα βουσκάς στου Μέγα Στανό, Νιάλις, Βρυσούλις, Μπαλτινίσι κι να γείρουν πίσου κα’ τη Μπλια δε σ’ κραίνουν ισένα οι Στιφανιώτις.Κι του λιβάδι σι σένα θα του δίνουν δε του ματαβαρούν θιρμουκρασία (δημουπρασία ήθελι να πει, του κατάλαβα ιγώ. Πιάνουμι π’λια στουν αέρα ιμείς οι Μαρκιλισιώτις).

 Έλεγα κι μι του νου μ’, είχα κι τ’ς ανθιβουλίις μ’. Είνι τόσου απιλπισμένου, που δέχιτι να πάρει ιμένα; Χάλασι η δ’λειά. Καλύτερα, είχι τυχερό του κουρίτσι.

   Αργότερα μο’ ’ταζαν μία στ’ Τριζόλ, αλλά τότε μο’ ’κοβε καλύτερα του κιφάλι κι αρνήθ’κα. Πάεινα ιγώ στ’ Τριζόλ να γκριμ’στού; Προυσήλιου του χουριό αλλά πουλύ κακουτρέπιλος τόπος, τσακ’στό ντιπ. Για να φκιάεις ένα μέτρο ίσιωμα θέλ’ς τρία μέτρα τοίχο απ’ κάτ.

   Πήδ’σαν απάν, έβαλαν και πολιτικό μέσον του Θόδωρου Κατσίκη (Θεός σχωρέστον), τότε έστρωσαν και το δρόμο άσφαλτο για να με καταφέρουν, βάρτου, χάλαστου, ξιχούρδισα κι από κει. Που να ’ξεραν οι Τριζολιώτες ότι η άσφαλτος έπεσε για μένα.

   Η τρίτη περίπτωση ήταν στα Βραγκιανά. Κι οι Βραγκιανίτ’σσις καλές κι έξυπνες, γι’ αυτό οι περισσότερες παντρεύονταν Στεφανιώτες. Γάλατα, τυριά, τσιαλαφούτια και το κρέας δεν μας έλειπε ποτέ ( έκλιβαμαν εμείς) και καλό κρέας (ήξιραμαν τι έκλιβαμαν) Έτσι έρχονταν απάν κι αλλαξοφάιζαν. Απ’ του φασούλι κι τουν πλαστό στου σπληνάντιρου κι στα χουχλίγκια. Όμως και αυτή η περίπτωση δεν προχώρησε, γιατί άμα ήθελε το κορίτσι να πνιγεί πήδαγε στο Μπρίτσιο όταν ήταν κατεβασμένος ή σ’ ένα βίραγκα στον Άσπρο, δεν ήταν ανάγκη να παντρευτεί. Όμως είχε πλεονεκτήματα να πας σώγαμπρος εκεί. Κεφαλοχώρι τα Βραγκιανά, τα χωριά και οι μαχαλάδες γύρω δορυφόροι ουσιαστικά (είναι πόλος, καλά λέει ο Μήτσιος) άνοιγαν ένα σωρό προοπτικές. Να βγάζεις τσίπουρο, να πουλάς μηλίστα, να ανοίξεις μαγαζί με κλιματιστικά (πώληση - συντήρηση - επισκευή) μέχρι και για δήμαρχος μπορούσες να πας με τόσο λαό που έχουν αυτές οι πατωσιές (θυμηθείτε του χρόνου ποιοι θα βγάλουν δήμαρχο).

   Το αρνητικό είναι πως το καλοκαίρι καλά είναι να αναμεράς από τα Βραγκιανά για δυο τρεις μήνες για να αποφύγεις τη ζέστα. Καλύτερα να ξεκαλοκαιριάζεις στη Λάρισα.

   Γαμπρός ή σώγαμπρος εκτός απ’ τ’ Λιουντίτ’ καλά είναι και στη Νέα Δημοκρατία. Πήγε ο Μητσοτάκης και μέχρι πρωθυπουργό τον έκαναν. Έχουν κι καπιτάλια, καημένε, εκεί. Τι νομίζετε, τ’φικαλεύρ’δις κι αλουγουσύρτις είνι οι αλουγουσκούφ’δις;

   Στον Σύριζα τι να πας. Αυτοί έκαναν σώγαμπρο μέχρι και τον Κουρουμπλή. Ποιος να κάτσει μ’ αυτούς. Γι’ αυτό έφκιασαν αυτά τα σύμφωνα συμβίωσης. Σε λίγο δεν θα παντρεύεσαι. Θα ρογιάζεσαι με το ξάμηνο. Από καβαλάρη σε καβαλάρη. Απ’ τ’ Αη-Δημητριού ως τ’ Αη-Γιωργιού. Θα παίρ’ς τ’ ρόγα σ’ κι θα φεύγ’ς.

 Να σου ’διναν εκείνη την Τασία, μάλιστα. Να την πάρεις. Θα γλίτωνες και τον Δρίτσα.

   Παντρεύτηκε η Ζωή, την είχαν και Πρόεδρο Βουλής τότε (καλή θεσούλα είχε το κορίτσι) και μόλις τελείωσε ο γάμος (ποιος γάμος, οι υπογραφές να λες) μπάρκαρε ο άνθρωπος και δε ματαζύγωσε στη στεριά. Ναυάγησε μετά από καιρό (εδώ ναυάγησε στη στεριά) βγήκε σε ένα ξερονήσι και κάθεται εκεί. Κοντά του ο Ντάνιελ Ντεφόε
 ξαναγράφει νέο μυθιστόρημα «Ροβινσώνας Κρούσος, ο Έλλην, ο ΖΩΗρός».

   Στο Κίνημα Αλλαγής (τι πρωτότυπο) δεν συζητάμε για γάμους. Αυτοί είναι μόνιμα στα βαφτίσια. Αλλάζουν ονόματα συνέχεια. Αν ξαναλλάξουν τους προτείνω να το πουν ΄΄Κίνησαν τα Τζαμόπουλα΄΄, αφού όλο φεύγουν, φεύγουν και δεν ξέρουν που πααίνουν…

   Στο ΚΚε (με τη δύναμη που έχουν δεν τα δικαιούνται όλα κεφαλαία) παντρευτούν δεν παντρευτούν δε σώνονται. Εκεί ξεχάστηκες και είπες τη γυναίκα σου με τ’ όνομά της και δεν την είπες συντρόφισσα, σε τραβάει καταγγελία στην κόβα κι σ’ κόβουν εισιτήριο για Σιβηρία. Ποιος πάει να τσακώσει μπελά στα καλά καθούμενα…

  

Άνεργοι κι ανύπαντροι…

   Είπαμε για γαμπρούς στ’ Λιουντίτ’, αλλά πόσοι να χωρέσουν εκεί. Γι’ αυτό οι περισσότεροι νέοι είναι σήμερα ανύπαντροι. Και άνεργοι. Τώρα και να εργάζεται κάποιος άμα είναι παντρεμένος δεν έχει διάφορο. Τα μισά λεφτά τα παίρνει ο Τσακαλώτος και τα άλλα μισά η γυναίκα του, οπότε, σου λέει, καλύτερα άνεργος να ’μαι και ξιαπόστατος.

 Η νέα σκέφτεται ανάλογα. Είναι ο πατέρας μου φτωχός, ε, έτυχε τι να κάνουμε. Αν είναι κι ο πεθερός μου φτωχός, έ, όχι δεν είμαι και κορόιδο να ζαρώσουν τα χέρια μου πλένοντας σκάλες.

   Πριν μέρες περπατούσα και σκέφτομαν σε ποια τράπεζα συμφέρει να καταθέσω τα λεφτά μου, βλέπω έναν νέο, πέρασε τρέχοντας απέναντι που ήταν ένας παπάς. Έσκυψε, του φίλησε το χέρι κι ακούστε διάλογο:

─ Πάτερ, την ευχή σας. Θαυμάζω το κοινωνικό σας έργο! Τι φαγητό έχετε σήμερα στα συσσίτια της ενορίας σας;

─ Κάμνομεν ό,τι δυνάμεθα τέκνον μου. Νομίζω φακάς έχομεν. Να έλθεις ευχαρίστως στην τράπεζά μας.

   Καλά έχουν και οι παπάδες τράπεζα; Και πώς δεν την ξέρω εγώ; Μετά κατάλαβα το μπέρδεμά μου. Στην καθαρεύουσα το τραπέζι λέγεται τράπεζα. Όπως: Πετρίλον στην καθαρεύουσα, Πετρίλια στη δημοτική, Σχηματάρι στην καθομιλουμένηνννννννν με τόσα ν όσοι κι οι μαχαλάδες (ζερβό, προσήλιο) και για να οξυγονώνεται ο εγκέφαλος, μην το ξεχνάμε

─ Πάτερ, θα ρωτήσω σε κάνα δυο ακόμα ενορίες και θα αποφασίσω.

─ Τέκνον μου, λάβε υπ’ όψιν ότι ο ιδικός μας μάγειρος (να γιατί μου ήρθαν τα Πετρίλια) ήτο μαθητής του Μαμαλάκη (ένας Μάμαλης από το Βλάσι, παντρεύτηκε στην Κρήτη και γράφτηκε Μαμαλάκης), ο βοηθός του έφθασεν έως τον τελικόν του μάστερ σεφ, εκάστην δε Τετάρτην που έχομεν γεμιστά και ελαίας μαγειρεύει η ερίτιμος κυρία Θεανώ Φωτίου.

   Καλύτερα να γνωρίζεις παπά σήμερα παρά υπουργό. Πεινάς; Θα σου βρει φαγητό ο παπάς. Πέθανες απ’ την πείνα; Κανένα πρόβλημα. Θα σε θάψει ο παπάς. Σιγά μην κάτσει υπουργός να θάβει. Μόνο ο Πολάκης θάβει, αλλά σε βάνει βαθιά. Τρία μέτρα κάτ’. Πού να ξαναβγείς…

   Στις εκκλησίες πια δεν χρειάζονται μόνο ψάλτη και νεωκόρο, αλλά μάγειρα, τραπεζοκόμο, οινοχόον και αρχιτρίκλινον (φτύστε με ρε, μη με ματιάσετε, τι λέξεις σας κέρασα σήμερα!). Ανάμεσα δε στα ιερά βιβλία η συλλογή της Βέφας Αλεξιάδου, η μαγειρική Σκούρα (μάλλον απ’ του Κνίσιβου ήταν) Χρύσας Παραδείση και ο Τσελεμεντές οπωσδήποτεν. Αυτή η λέξη δεν θέλει ν, αλλά ξέμεινα από οξυγόνο.

 

Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα, ανεμογεννήτριες κι ανιμουστρόφ’λας

   Ο Αίολος έδωσε το βουβαλοτόμαρο με κλεισμένους μέσα τους ανέμους, πλην του ζέφυρου, γιατί με βάση το ντζι πι ες αυτός θα πήγαινε το καράβι του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Όμως, φαίνεται έχανε η βαλβίδα και οι αέρηδες πετάχτηκαν έξω και έγινε ..της κακομοίρας. (όπως γίνεται στον Τύμπανο το χειμώνα) Ο Οδυσσεύς προσπαθούσε με ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο να κουμαντάρει το καράβι, ικέτευε τους θεούς να βοηθήσουν, αλλά τίποτε. Το καράβι πήγαινε σαν την Ελλάδα, στα βράχια. Τότε άρχισε να βλαστημάει. (Δεν σας λέω τις βρισιές, γιατί ο Κώστας Τσιάκαλος είναι σοβαρός άνθρωπος και θα με κόψει) Τότε οι θεοί σταμάτησαν τη μπιρίμπα και συνεδρίασαν για να δουν τι θα κάνουν. Οι θεές (εκτός της Αφροδίτης, ξέρετε εσείς) διαμαρτύρονταν έντονα (κι αυτό το ξέρετε, όσοι είστε παντρεμένοι τουλάχιστον, πώς διαμαρτύρονται οι γυναίκες) λέγοντας: Δεν μπορεί ο πάσα ένας να βρίζει και να λέει όσα σέρνει η σκούπα, μας προσβάλλει να ακούμε αυτές τις σάχλες.

   Τότε και πριν λίγα χρόνια ήταν ανεπίτρεπτο να χυδαιολογεί κάποιος μπροστά σε παιδιά και γυναίκες. Μην κοιτάτε σήμερα που έχει εκτροχιαστεί το σύστημα αξιών που καθοδηγούσε την κοινωνία.

   Οι θεοί λοιπόν έστυβαν το μυαλό τους να βρουν λύση (όπως κάνει για παράδειγμα το δημοτικό μας συμβούλιο), ρώτησαν τον Ήφαιστο, τους είπε: τεχνίτης είμαι, αλλά δεν έχω και βουλκανιζατέρ να διορθώσω τη βλάβη.

─ Κάποιος πρέπει να πάει, είπε ο Απόλλων. Για την ακρίβεια δεν το είπε, στη λύρα το ’παιξε αλλά το κατάλαβαν, όπως εμείς όταν ακούμε την εισαγωγή « θέλω ν’ ανέβω στ’ Άγραφα» κι άλλος λέει είναι «η στρομπούλου», άλλος «η μαυριδερούλα» κι άλλος «Γρίβα μ’, σε θέλει ο βασιλιάς».

   Να πάει, αλλά ποιος να πάει; Κάποιοι θεοί είχαν λερωμένη τη φωλιά τους, γιατί πήγαν με τον συνδυασμό των Τρώων στον πόλεμο. Κι ο Οδυσσέας δεν ήταν κάνα παιδάκι εύκολο, ούτε κουτορνίθι να το ξεγελάσει όποιος κι όποιος (όπως προσπαθούν να ξεγελάσουν εμάς κάποιοι υποψήφιοι που λένε ΄΄θα πνεύσει νέος άνεμος΄΄).

   Τελικά πήγε η Αθηνά. Τα παρακάτω τα ξέρετε, όσοι δεν τα ξέρετε ρωτάτε να σας τα πουν αυτοί που τα ξέρουν (να γίνει και κάνα κουτσομπολιό χρήσιμο) ή ψάξτε για την Οδύσσεια. Όλο και θα βρίσκεται καμία σε κάνα χατίλι.

   Από τότε οι αέρηδες κυκλοφορούν ελεύθεροι. Φυσάνε πότε προς τα δω πότε προς τα εκεί, μέχρι και ανθρώπους εν-έπνευσαν και δημιούργησαν το γνωστό κόμμα ΟΦΟΕ: Όπου Φυσάει Ο Άνεμος (Οτζίτζα για τους γαύρους).

   Έγιναν τραγούδια: Φύσα αεράκι, φύσαμε. Δεληβοριάς εφύσηξε και λέει των καραβιώνε. …Άστα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά (ημών των φαλακρών ουδέποτε ανεμίζουν ανεξαρτήτως ποίος αήρ πνέει). Κι ένα ακόμη θα σας θυμίσω:

   Απόψε η μάνα του γαμπρού κι η πεθερά της νύφης

   Με τους αέρες μάλωνε… (να το ακούς απ’ τον αθάνατο, Στέργιο Βλαχογιάννη)

 Τόσα είπαμε για τους γαμπρούς να μην βάλουμε κι ένα τραγούδι; Κι η πεθερά που μάλωνε με το Βοριά για να φέρουν τη νύφη της γρηγορότερα; Συγκλονιστικό! Σου λέει η γριά: Άμα έρθει η νύφη μ’, θα’ χου να τσακώνουμι, δε θα υπουχριόνουμι στουν αέρα.

   Τέλος ο αέρας μας ξανάγινε μπελάς. Ακούστηκε μια λέξη ΄΄ανεμογεννήτριες΄΄ και σηκώθηκε ανιμουστρόφ’λας (ανεμοστρόβιλος είναι, άντε, να σας μαρτυρήσω κι ένα, μη σας βάνου να πλαλήτε στα λιξικά). Όλα τα’ χαμε οι Αργιθεάτες οι αερομαχίες μας έλειπαν.

   Ο Λάμπρος είπε ΟΧΙ. Ο Μήτσιος είπε ΝΑΙ. Εγώ συμφωνώ και με τους δυο κι ο κόσμος μου ’πε είσαι διχασμένη προσωπικότητα. Πώς γίνεται να ’χουν κι οι δυο δίκιο; Δίκιο έχετε κι εσείς απάντησα στον κόσμο . Δεν είναι καιρός τώρα να δυσαρεστείς πελάτες.

   Όμως, πατριώτες, πρέπει κάποτε να καθόμαστε και να συζητάμε. Ας ενημερωθούμε, ας λάβουμε υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα που έχουμε κι όσα μπορούμε να προβλέψουμε. Μετά ας διαφωνήσουμε ή ας συμφωνήσουμε. Δεν με νοιάζει με ποια θέση είστε. Αρκεί αυτή να είναι αποτέλεσμα σκέψης και γνώσης, όσης τουλάχιστον μπορούμε να έχουμε, γιατί είναι πολύπλοκα τα θέματα.

   Κι εμένα δεν μου αρέσουν οι ανεμογεννήτριες. Αλλά δεν θα σταθώ έτσι αβασάνιστα στο ΟΧΙ ή στο ΝΑΙ. Κάποια στιγμή θα ήθελα να προτείνω και κάποια ερωτήματα, να κοινοποιήσω τους προβληματισμούς μου. Όσα μου κόβει το κεφάλι.

   Ευχαριστώ τον Θεό που γεννήθηκα στα ΄΄αετόμορφα΄΄ βουνά των Αγράφων. Ευχαριστώ τον Έκτορα, που μου ’δειξε τις στράτες και τα μονοπάτια τους και τα περπατήσαμε όλα και πολλές φορές, και δεν χορτάσαμε ποτέ το ανέβασμα προς τις κορφές τους.

   Στον Έκτορα αφιερώνω και το παρακάτω κείμενο, που έβαλα ως συνοδευτικό σε βίντεο αναρτημένο στο you tube στο κανάλι Γ. Φρύδας.

   Αμ, τι νομίσατε, μόνο το ΚΑΦΕΝΕΙΟ έχω;

 Τα βουνά της Αργιθέας είναι πανέμορφα. Είναι τα δικά μας βουνά, τα βουνά της γενέθλιας γης των Αγράφων. Όταν ανεβαίνεις προς τις κορφές τους περνώντας σε λόγγους κι ελατιάδες, σε λάκκες κι ορθοπλαγιές καταλαβαίνεις το νοσταλγικό παρακάλι του Κώστα Κρυστάλλη στον σταυραετό «πάρε με απάνου στα βουνά τι θα με φάει ο κάμπος». Ερημωμένα πια, όπως και τα χωριά της μικρής μας πατρίδας, στέκουν περήφανα κι ασάλευτα να διηγούνται ιστορίες σ’ όσους ακόμη τα περπατούν και μπορούν να διαβάζουν τους παλιούς καιρούς στις ρημαγμένες στρουγκοκαλύβες, στους πέτρινους οβολιούς, στα ανάρραχα και στα καραούλια, στα ρέματα και τις κρυφόβρυσες. Σ’ όσους ακόμη μπορούν να ακούνε τους εναρμόνιους ήχους της σιωπής και του αέρα, τα κυπροκούδουνα των κοπαδιών που δεν υπάρχουν πια. Σ’ όσους ακόμη σηκώνουν το κεφάλι για του φεγγαριού τη γιόμιση και τη χάση, για τις ελπιδοφόρες ανατολές και τα γαλήνια ηλιοβασιλέματα… Τα βουνά της Αργιθέας είναι εδώ και σε περιμένουν. Θα τα χαρούν όσοι τα αναζητούν και πιστεύουν πως υπάρχει και κούραση που σε ξεκουράζει…

 Καλές διαδρομές!

 ----------

 Διαβάστε το πρωτότυπο κείμενο του χρονογράφου Γιάννη Φρύδα, ΕΔΩ:

 

Gia koinonika diktia
Θα μας βρείτε και στα κοινωνικά δίκτυα:
 
01 Masthead
 
02 Twitter 2
 
03 F B
 
04 Youtube   05 flickr  

Ο καιρός στο Καταφύλλι
Σελίδες μελών
Πρωτοσέλιδα
Δι@ύγεια - Δήμος Αργιθέας
Δήμος Αργιθέας
Εθνικές εκλογές Ιουλίου 2019
Αυτοδιοικητικές εκλογές 2019
Εκλογές Σεπτ. 2015
Εκλογές 2014
Εκλογές 2012
Τελευταία άρθρα