Ο συγγραφέας, κύριος Μενέλαος Χαραλαμπίδης, μίλησε για το βιβλίο του και τι καινούργιο φέρνει αυτή η μελέτη.
α) Η συνεργασία και όχι η Αντίσταση είναι ο παράγοντας που διασπά τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας. Και αυτό διότι η συνεργασία εμφανίζεται αρκετούς μήνες νωρίτερα των πρώτων αντιστασιακών ενεργειών και τσακίζει το αίσθημα εθνικής ομοψυχίας που είχαν χτίσει οι μεγάλες νίκες του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο.
β) Η συνεργασία δεν αφορούσε μια πολύ μικρή μειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, όπως μας λέει το επίσημο αφήγημα για την περίοδο, αλλά ένα σημαντικό τμήμα της.
γ) Τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής συγκροτήθηκε ένας ελληνικός στρατός κατοχής, ο οποίος υπάχθηκε διοικητικά και επιχειρησιακά στις διαταγές του εκάστοτε αντιστράτηγου των Ες-Ες, εξοπλίστηκε από τις γερμανικές αρχές κατοχής και πρωταγωνίστησε στις στρατιωτικού ή αστυνομικού τύπου επιχειρήσεις (μπλόκα, μάχες, έρευνες σε σπίτια, συλλήψεις κ.α.) από κοινού με τις γερμανικές δυνάμεις ασφαλείας ή και μόνος του σε αρκετές περιπτώσεις.
δ) Ο αντικομουνισμός αποτέλεσε το βασικό πεδίο συνεργασίας εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του ελληνικού κράτους με το πέρασμα από τον μεσοπολεμικό, στον κατοχικό και τελικά στον μεταπολεμικό αντικομουνισμό.
ε) Οι μακροχρόνιες συνέπειες της συνεργασίας. Τα οφέλη όσων συνεργάστηκαν. Οι ενσωμάτωση μεγάλου τμήματος όσων συνεργάστηκαν στο μεταπολεμικό κράτος των εθνικοφρόνων, επέτρεψε σε αυτούς τους ανθρώπους να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής πολιτικής και οικονομικής ζωής. Κάποιοι από αυτούς που διατήρησαν ή και επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους στα χρόνια της Κατοχής, ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μετά τη λήξη του πολέμου. Πολλές οικογένειες απέκτησαν οικονομική και πολιτική ισχύ πλουτίζοντας στα χρόνια της Κατοχής, μέσα από τη συνεργασία με τον κατακτητή, την εμπλοκή στη μαύρη αγορά και την απόκτηση μεγάλου αριθμού ακινήτων.
Το κόστος. Μόνο στην Αττική, περίπου 3.200 έχασαν τη ζωή τους από τις δυνάμεις κατοχής και του Έλληνες συνεργάτες τους. Περισσότεροι από τους μισούς, τουλάχιστον 1.685, υπήρξαν θύματα των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας. Στους παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς της πείνας, τους δεκάδες χιλιάδες που βασανίστηκαν και κλείστηκαν σε φυλακές, τους δεκάδες χιλιάδες που στάλθηκαν στα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης και εργασίας, τις δεκάδες χιλιάδες οικογένειες που ξεπούλησαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, τους αναρίθμητους ανθρώπους που έζησαν τον τρόμο της βίας των συνεργατών του κατακτητή. Η συνεργασία δημιούργησε ένα συλλογικό τραύμα το οποίο ποτέ δεν επουλώθηκε γιατί το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος δεν απέδωσε δικαιοσύνη.
στ) Η επιμονή του συλλογικού τραύματος που προκάλεσε η συνεργασία, παρά την επίσημη πολιτική αποσιώπησης και λήθης που ακολουθεί το ελληνικό κράτος εδώ και 80 χρόνια. Το κύριο στοιχείο που διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της συνεργασίας 80 ολόκληρα χρόνια μετά, είναι αυτό της αδικίας. Ενώ ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας υπέφερε από τις συνέπειες της δράσης όσων συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, αυτό το τεράστιο έγκλημα δεν τιμωρήθηκε από το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος. Η αδικία διατηρούσε πάντα νωπό το τραύμα αυτό για όσους και όσες το έζησαν.
Είναι σημαντικό να μην προσεγγίσουμε την συνεργασία ως μια κατάσταση, που επιβλήθηκε από τις αρχές κατοχής, αλλά ως μια διαδικασία η οποία συγκρότησε σταδιακά το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη όλο και πιο στενών σχέσεων συνεργασίας, με την πρωτοβουλία των κινήσεων προσέγγισης να προέρχεται και από τις δύο πλευρές. Ήταν τα κοινά πολιτικά συμφέροντα των δύο πλευρών, τα οποία σταδιακά διαμόρφωσαν την ατζέντα της συνεργασίας.
Μετά την κατοχή. Η συρρίκνωση του φαινομένου της συνεργασίας
Κεντρικό ρόλο στην ατιμωρησία των συνεργατών διαδραμάτισε η ελληνική δικαστική εξουσία. Οι δίκες όσων κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες του κατακτητή, πραγματοποιήθηκαν αμέσως μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, την περίοδο δηλαδή που το ελληνικό κράτος έχτιζε το τείχος της εθνικοφροσύνης, αποκλείοντας τους κομμουνιστές και γενικά τους υποστηρικτές του ΕΑΜ από το «υγιές εθνικό σώμα». Σε αυτή τη νέα κοινωνία των εθνικοφρόνων, όσοι πολέμησαν τον κομμουνισμό, ανεξάρτητα από το εάν το έπραξαν συνεργαζόμενοι με τον κατακτητή, αποτελούσαν ανθρώπους εμπιστοσύνης, ανθρώπους που είχαν καταθέσει ήδη τα αντικομουνιστικά τους διαπιστευτήρια. Κράτος και δικαστές επέλεξαν να δουν το αντικομουνιστικό σκέλος της δράσης των κατηγορούμενων στα μεταπολεμικά ειδικά δικαστήρια και όχι αυτό της συνεργασίας τους με τις αρχές κατοχής.
Ο πολιτικά κατευθυνόμενος τρόπος με τον οποίο απονεμήθηκε η δικαιοσύνη, οδήγησε στο παράδοξο αποτέλεσμα, να καταγραφούν χιλιάδες εγκλήματα στα πρακτικά και τις αποφάσεις των δικαστηρίων για τα οποία η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που κατηγορήθηκαν, αθωώθηκε. Για περίπου πέντε χρόνια, από το 1945 έως το 1949, περιγράφονταν στις αίθουσες των ειδικών δικαστηρίων εγκλήματα, τα οποία τελικά έμειναν χωρίς ενόχους.
Αυτό το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην κατοχική πραγματικότητα και τη διαχείρισή της από το ελληνικό μεταπολεμικό κράτος, προκάλεσε ένα συλλογικό τραύμα. Ένα τραύμα τόσο βαθύ και μεγάλο, όσο βαριά και μακρόχρονη ήταν η σιωπή που το σκέπασε.
-----------ο----------
Μετά τον συγγραφέα ακολούθησαν διάφορες ερωτήσεις από το κοινό. Όλες απαντήθηκαν από τον ίδιο τον συγγραφέα τον συντονιστή και από τον εισηγητή κύριο Τζωρτζόπουλο.
Κάποιοι από το ακροατήριο συγχρόνως με την ερώτησή τους έκαναν και την δική τους τοποθέτηση στα όσα άκουσαν από τους εισηγητές ή πρόσθεσαν κάποια ιστορικά γεγονότα από την κατοχική περίοδο και ειδικά από το τραγικό γεγονός της απάνθρωπης εκτέλεσης 120 αθώων ανθρώπων πριν ακριβώς 80 χρόνια.
Εδώ θα προσθέσω τις σύντομες τοποθετήσεις δυο πολύ γνωστών ανθρώπων της κοινωνίας του Αγρινίου. Του Δημοσιογράφου κυρίου Λευτέρη Τυλιγάδα και της Ιστορικού κυρίας Ανθής Παπαθανασίου.






